Στις αρχές του 20ού αιώνα η Μικρά Ασία αποτελούσε μία από τις πιο σύνθετες πληθυσμιακά περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μουσουλμανικοί και χριστιανικοί πληθυσμοί, διαφορετικές γλώσσες, θρησκευτικές κοινότητες και τοπικές ταυτότητες συνυπήρχαν σε έναν τεράστιο γεωγραφικό χώρο.

Η ακριβής πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παραμένει δύσκολο ιστορικό ζήτημα. Οι διαθέσιμες απογραφές και στατιστικές δεν χρησιμοποιούσαν πάντοτε τα ίδια κριτήρια, ενώ ελληνικές, οθωμανικές και άλλες πηγές έδιναν συχνά διαφορετικούς αριθμούς.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι αριθμοί χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως επιχειρήματα στις εδαφικές και πολιτικές διεκδικήσεις της εποχής.

Μια πολυεθνική αυτοκρατορία

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ήταν εθνικό κράτος με τη σύγχρονη έννοια. Στα εδάφη της ζούσαν μουσουλμάνοι και χριστιανοί διαφορετικής καταγωγής και γλώσσας, μεταξύ των οποίων τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι, Έλληνες ορθόδοξοι, Αρμένιοι, Κούρδοι, Εβραίοι, Άραβες, Ασσύριοι και άλλες κοινότητες.

Η θρησκεία αποτελούσε για μεγάλο διάστημα σημαντικότερο διοικητικό και κοινωνικό κριτήριο από τη νεότερη έννοια της εθνικότητας. Αυτό δυσκολεύει την προσπάθεια να μεταφερθούν οι σημερινές εθνικές κατηγορίες αυτούσιες στις στατιστικές της εποχής.

Γιατί διαφέρουν οι πληθυσμιακές εκτιμήσεις

Οι ιστορικές στατιστικές για τη Μικρά Ασία παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις. Μια απογραφή μπορούσε να ταξινομεί έναν πληθυσμό σύμφωνα με τη θρησκεία, μια άλλη σύμφωνα με τη γλώσσα και μια τρίτη σύμφωνα με την εθνική ταυτότητα που απέδιδε στους κατοίκους ο συντάκτης της.

Υπήρχαν επίσης πρακτικές δυσκολίες. Νομαδικοί πληθυσμοί, απομακρυσμένες περιοχές, μετακινήσεις κατοίκων και ατελείς διοικητικές καταγραφές περιόριζαν την ακρίβεια των αριθμών.

Παράλληλα, κατά την εποχή των εθνικών ανταγωνισμών, οι στατιστικές μπορούσαν να αποκτήσουν άμεση πολιτική σημασία. Για τον λόγο αυτό οι αριθμοί μιας μόνο πηγής χρειάζονται σύγκριση με άλλες μαρτυρίες.

Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας

Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν σημαντικές ελληνικές ορθόδοξες κοινότητες στη δυτική Μικρά Ασία, στον Πόντο και σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας.

Η Σμύρνη και η ευρύτερη περιοχή της αποτελούσαν ιδιαίτερα σημαντικό οικονομικό και εμπορικό κέντρο. Ελληνόφωνοι ορθόδοξοι είχαν έντονη παρουσία στο εμπόριο, στην εκπαίδευση και στην αστική ζωή, ενώ ελληνικοί πληθυσμοί υπήρχαν επίσης σε μικρότερες πόλεις και χωριά.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η Μικρά Ασία είχε την ίδια πληθυσμιακή σύνθεση. Η κατανομή των κοινοτήτων διέφερε σημαντικά από περιοχή σε περιοχή.

Οι αριθμοί του Γεωργίου Σκαλιέρη

Μία από τις ελληνικές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν στις συζητήσεις για τη δημογραφία της Μικράς Ασίας ήταν το έργο του Γεωργίου Κ. Σκαλιέρη «Λαοί και Φυλαί της Μικράς Ασίας», το οποίο κυκλοφόρησε το 1922.

Ο Σκαλιέρης επιχείρησε να συγκεντρώσει στοιχεία για τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες της περιοχής και χρησιμοποίησε τόσο δικούς του υπολογισμούς όσο και παλαιότερες ευρωπαϊκές πηγές.

Το έργο του έχει ιστορικό ενδιαφέρον, αλλά πρέπει να διαβάζεται μέσα στο πολιτικό και εθνικό περιβάλλον της εποχής κατά την οποία γράφτηκε. Δεν αποτελεί από μόνο του ουδέτερη και οριστική απογραφή της Μικράς Ασίας.

Οι παλιές ευρωπαϊκές εκτιμήσεις

Κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα αρκετοί Ευρωπαίοι γεωγράφοι, στρατιωτικοί και περιηγητές προσπάθησαν να υπολογίσουν τον πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Conrad Malte-Brun και άλλοι γεωγράφοι δημοσίευσαν εκτιμήσεις για τη σχέση μουσουλμανικών και χριστιανικών πληθυσμών, ενώ μεταγενέστεροι συγγραφείς προσπάθησαν να διαχωρίσουν ακόμη περισσότερο τις επιμέρους κοινότητες.

Οι αριθμοί αυτοί δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους. Αυτό δεν είναι παράξενο: οι συγγραφείς εργάζονταν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, χρησιμοποιούσαν διαφορετικές γεωγραφικές οριοθετήσεις και συχνά βασίζονταν σε πληροφορίες που δεν προέρχονταν από σύγχρονες απογραφικές μεθόδους.

Τι εννοούμε όταν λέμε «Μικρά Ασία»

Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι η ίδια η γεωγραφική περιοχή που μετρά κάθε πηγή.

Ορισμένες στατιστικές αναφέρονται στην Ανατολία, άλλες στην «Ασιατική Τουρκία» και άλλες προσθέτουν ή αφαιρούν περιοχές της Αρμενίας, του Κουρδιστάν, της Κιλικίας ή άλλων οθωμανικών διοικητικών περιφερειών.

Δύο αριθμοί επομένως μπορεί να φαίνονται αντιφατικοί ενώ στην πραγματικότητα αφορούν διαφορετικά γεωγραφικά σύνολα.

Η άνοδος των Νεοτούρκων

Η Επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 δημιούργησε αρχικά προσδοκίες για πολιτικές μεταρρυθμίσεις και μεγαλύτερη ισονομία μεταξύ των κατοίκων της αυτοκρατορίας.

Τα επόμενα χρόνια όμως το πολιτικό περιβάλλον μεταβλήθηκε. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, η απώλεια μεγάλων ευρωπαϊκών εδαφών και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού επηρέασαν βαθιά την πολιτική της αυτοκρατορίας.

Η περίοδος αυτή δεν μπορεί να περιγραφεί με μία μόνο απόφαση ή ένα μόνο απόσπασμα. Διαφορετικές τάσεις υπήρχαν μέσα στο κίνημα των Νεοτούρκων, ενώ η πολιτική του εξελίχθηκε σημαντικά μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν.

Οι διωγμοί κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Από το 1914 και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, χριστιανικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπέστησαν εκτοπισμούς, καταναγκαστικές μετακινήσεις, βία και μαζικούς θανάτους.

Η εξόντωση των Αρμενίων αποτελεί το γνωστότερο και εκτενέστερα μελετημένο παράδειγμα. Ελληνικοί ορθόδοξοι πληθυσμοί της Μικράς Ασίας και του Πόντου υπέστησαν επίσης διωγμούς, εκτοπίσεις και τάγματα εργασίας σε διαφορετικές φάσεις της περιόδου 1914-1922.

Η μελέτη αυτών των γεγονότων απαιτεί διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές, χρονικές περιόδους και πολιτικές, αντί να αντιμετωπίζεται ολόκληρη η δεκαετία ως ένα ενιαίο γεγονός.

Η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρέθηκε στην πλευρά των ηττημένων. Μέσα στο νέο διεθνές περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου διεκδίκησε εδάφη στα οποία υπήρχαν σημαντικοί ελληνικοί πληθυσμοί.

Τον Μάιο του 1919 ελληνικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη με την έγκριση των Συμμάχων. Η απόβαση συνοδεύτηκε από βία και θανάτους και αποτέλεσε καθοριστική καμπή στην ελληνοτουρκική σύγκρουση.

Η παρουσία του ελληνικού στρατού επεκτάθηκε σταδιακά πολύ πέρα από την αρχική ζώνη της Σμύρνης, ενώ παράλληλα το εθνικιστικό κίνημα υπό τον Μουσταφά Κεμάλ ενισχυόταν στην Ανατολία.

Η Συνθήκη των Σεβρών

Το 1920 υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών. Μεταξύ άλλων προέβλεπε ειδικό καθεστώς για την περιοχή της Σμύρνης υπό ελληνική διοίκηση, χωρίς όμως να την ενσωματώνει αμέσως και οριστικά στην Ελλάδα.

Η συνθήκη δεν έγινε αποδεκτή από το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα και δεν εφαρμόστηκε ποτέ πλήρως.

Έτσι, το μέλλον της Σμύρνης δεν κρίθηκε μόνο από διπλωματικές συμφωνίες αλλά και από την εξέλιξη του πολέμου στην Ανατολία.

Γιατί ο ελληνικός στρατός προχώρησε προς το εσωτερικό

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας είναι γιατί ο ελληνικός στρατός απομακρύνθηκε τόσο πολύ από τη Σμύρνη και έφθασε μέχρι τον Σαγγάριο, κοντά στην Άγκυρα.

Η ελληνική στρατηγική επιδίωκε να καταστρέψει ή να εξουδετερώσει τις κύριες στρατιωτικές δυνάμεις του κεμαλικού κινήματος, ώστε να μην μπορούν να απειλήσουν τις περιοχές που βρίσκονταν υπό ελληνικό έλεγχο.

Η προέλαση όμως δημιούργησε τεράστιες δυσκολίες ανεφοδιασμού και επέκτεινε τις γραμμές του ελληνικού στρατού βαθιά στο εσωτερικό της Ανατολίας.

Η αποτυχία επίτευξης αποφασιστικής νίκης στον Σαγγάριο το 1921 άφησε τον ελληνικό στρατό σε μια εξαιρετικά δύσκολη στρατηγική θέση.

Η βία δεν περιορίστηκε στη μία πλευρά

Η περίοδος 1919-1922 χαρακτηρίστηκε από εκτεταμένη βία εναντίον αμάχων.

Μουσουλμανικοί πληθυσμοί υπέστησαν δολοφονίες, λεηλασίες και καταστροφές από ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και άλλες ένοπλες ομάδες, ιδιαίτερα σε ορισμένες περιοχές και κατά τις τελευταίες φάσεις της ελληνικής υποχώρησης.

Αντίστοιχα, ελληνικοί και αρμενικοί πληθυσμοί υπέστησαν εκτοπισμούς, σφαγές και άλλες μορφές μαζικής βίας από οθωμανικές και τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια μιας πολύ μεγαλύτερης χρονικής περιόδου.

Η αναγνώριση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εναντίον μιας κοινότητας δεν απαιτεί την άρνηση των εγκλημάτων που υπέστη μια άλλη. Η ιστορική έρευνα προσπαθεί να εξετάσει κάθε περίπτωση με βάση τις διαθέσιμες πηγές, την κλίμακα, το πλαίσιο και την πρόθεση.

Η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου

Τον Αύγουστο του 1922 η τουρκική αντεπίθεση οδήγησε στην κατάρρευση του ελληνικού μετώπου. Ο ελληνικός στρατός υποχώρησε προς τα παράλια και η Σμύρνη πέρασε στον έλεγχο των τουρκικών δυνάμεων.

Ακολούθησαν δραματικά γεγονότα για τον χριστιανικό πληθυσμό της πόλης και η μεγάλη πυρκαγιά της Σμύρνης. Η καταστροφή αποτέλεσε το συμβολικό τέλος μιας μακραίωνης παρουσίας μεγάλου μέρους του ελληνικού ορθόδοξου πληθυσμού στη δυτική Μικρά Ασία.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους και κατέφυγαν στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών

Η νέα πραγματικότητα οριστικοποιήθηκε το 1923 με τη Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών και τη Συνθήκη της Λωζάννης.

Η υποχρεωτική ανταλλαγή βασίστηκε κυρίως στο θρήσκευμα και όχι στη γλώσσα. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Τουρκίας και οι μουσουλμάνοι της Ελλάδας εντάχθηκαν, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις, σε μια πρωτοφανή μετακίνηση πληθυσμών.

Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, οι συνέπειες εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος της συλλογικής μνήμης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία.

Πόσοι ήταν τελικά οι Έλληνες της Μικράς Ασίας;

Δεν υπάρχει ένας αριθμός που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς επεξήγηση ως η μοναδική και αδιαμφισβήτητη απάντηση.

Οι εκτιμήσεις μεταβάλλονται ανάλογα με το έτος, τη γεωγραφική περιοχή, τον τρόπο ταξινόμησης του πληθυσμού και την πηγή. Επιπλέον, άλλο είναι να υπολογίζονται οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας και άλλο να προστίθενται η Ανατολική Θράκη, η Κωνσταντινούπολη ή άλλες περιοχές.

Γι' αυτό οι αριθμοί αποκτούν ιστορική αξία όταν συνοδεύονται από την προέλευσή τους και όταν συγκρίνονται με άλλες πηγές.

Τι μας δείχνουν οι στατιστικές του 1912

Το σημαντικότερο συμπέρασμα δεν είναι ότι μία συγκεκριμένη στατιστική «δικαιώνει» τη μία ή την άλλη πλευρά.

Οι πληθυσμιακές καταγραφές δείχνουν ότι η ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα ομοιογενών εθνικών περιοχών που δημιουργήθηκε αργότερα.

Στη Μικρά Ασία υπήρχαν περιοχές με έντονη ελληνική παρουσία, περιοχές με ισχυρές αρμενικές ή κουρδικές κοινότητες και τεράστιες εκτάσεις με μουσουλμανική πλειοψηφία. Οι πληθυσμοί αυτοί δεν ήταν κατανεμημένοι σε καθαρά διαχωρισμένες ζώνες.

Η κατάρρευση της αυτοκρατορίας και η επικράτηση των εθνικών κρατών μετέτρεψαν αυτή την πληθυσμιακή πολυμορφία σε ένα από τα δυσκολότερα πολιτικά προβλήματα της εποχής.

Από τις στατιστικές στην ιστορία

Οι πίνακες και οι αριθμοί είναι χρήσιμες ιστορικές πηγές, αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να εξηγήσουν τη Μικρασιατική Εκστρατεία ούτε να αποδώσουν δίκαιο ή άδικο σε ολόκληρους πληθυσμούς.

Για να κατανοήσουμε την περίοδο χρειάζεται να εξετάσουμε ταυτόχρονα τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους ανταγωνισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων, τον ελληνικό και τον τουρκικό εθνικισμό, τις διώξεις των χριστιανικών κοινοτήτων, τις αποφάσεις της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και την εξέλιξη του πολέμου.

Μόνο μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο οι πληθυσμιακές στατιστικές των αρχών του 20ού αιώνα αποκτούν το πραγματικό ιστορικό τους νόημα.

Βιβλιογραφική αφετηρία

Η παλαιότερη μορφή της ανάρτησης χρησιμοποιούσε ως βασικό στοιχείο πληθυσμιακούς πίνακες από το έργο του Γεωργίου Κ. Σκαλιέρη «Λαοί και Φυλαί της Μικράς Ασίας», που εκδόθηκε το 1922. Οι συγκεκριμένοι αριθμοί αποτελούν ιστορική πηγή της εποχής και χρειάζονται σύγκριση με οθωμανικές απογραφές και άλλες σύγχρονες δημογραφικές μελέτες.