Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Γ. Καραϊσκάκης: Μια ιστορία με ξένες δυνάμεις και δάνεια

Προσθέστε σχόλιο

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, μια από τις πιο χαρισματικές και αμφιλεγόμενες ηγετικές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης, άφησε την τελευταία του πνοή στις 23 Απριλίου 1827, μετά από τραυματισμό του στο Φάληρο. Το ερώτημα που παραμένει «ανοιχτό» στους αιώνες είναι: Ήταν θάνατος στη μάχη ή μια καλοστημένη δολοφονία από ελληνικό χέρι;

Η Ιατροδικαστική Προσέγγιση ενός Ιστορικού Μυστηρίου

Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, επιχειρήθηκε μια αναδρομή στα γεγονότα με τη βοήθεια του τότε προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, Φίλιππου Κουτσάφτη, και του ιστορικού Διονύση Τζάκη. Η έρευνα δεν στόχευε σε μια νέα "καταδίκη", αλλά σε μια ιατροδικαστική αξιολόγηση των μαρτυριών της εποχής.

Τα Δεδομένα της Μάχης

Τον Απρίλιο του 1827, η κατάσταση στο Φάληρο ήταν κρίσιμη. Ο Καραϊσκάκης, διαφωνώντας κάθετα με τους Βρετανούς αξιωματικούς Church (Τσωρτς) και Cochrane (Κόχραν) —οι οποίοι επέμεναν σε ολομέτωπη σύγκρουση τακτικού στρατού—, προτιμούσε την τακτική της παρενόχλησης. Στις 22 Απριλίου, ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη αψιμαχία, δέχθηκε το μοιραίο χτύπημα στη βουβωνική χώρα.

Θεωρίες Συνωμοσίας ή Πραγματικότητα;

Οι φήμες περί δολοφονίας ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως. Ιστοριοδίφες όπως ο Γιάννης Βλαχογιάννης και ο Δημήτρης Φωτιάδης υπέδειξαν ως ηθικούς αυτουργούς τους Βρετανούς αξιωματικούς σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, υποστηρίζοντας ότι ο Καραϊσκάκης ήταν το μόνο εμπόδιο στα γεωπολιτικά σχέδια της Μεγάλης Βρετανίας για την Ελλάδα.

Η μαρτυρία του ίδιου του Ήρωα: Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ο Καραϊσκάκης, λίγο πριν καταλήξει, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι γνώριζε ποιος τον πυροβόλησε, διατηρώντας το γνωστό αυθάδες και ανυπότακτο ύφος του μέχρι την τελευταία στιγμή.

Το Ιατροδικαστικό «Πόρισμα»

Ο ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης, βασιζόμενος στις περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων, διατύπωσε τρεις βασικές εκδοχές για τη βολή:

  • Απομακρυσμένος σκοπευτής: Ο δράστης βρισκόταν σε υψηλό σημείο (π.χ. δέντρο ή μάντρα).
  • Εχθρική ενέργεια από τον περίγυρο: Πυροβολισμός από μικρή απόσταση, από κάποιον που βρισκόταν επίσης πάνω σε άλογο και σηκώθηκε όρθιος τη στιγμή της βολής.
  • Αποστρακισμός: Η σφαίρα εξοστρακίστηκε σε κάποια επιφάνεια πριν χτυπήσει τον στόχο.

Το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης μπόρεσε να ιππεύσει ξανά μετά το χτύπημα υποδηλώνει ότι το τραύμα στη βουβωνική χώρα δεν ήταν ακαριαία θανατηφόρο, επιβεβαιώνοντας τις μαρτυρίες για τη διαύγειά του κατά τις τελευταίες ώρες της ζωής του.

Η Ιστορική Συνάφεια

Ο ιστορικός Διονύσης Τζάκης τονίζει ότι ο ιστορικός δεν είναι αστυνομικός. Η σημασία των φημών περί δολοφονίας έγκειται στο γεγονός ότι αντικατοπτρίζουν το **πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής**. Στη συνείδηση του λαού, ο Ήρωας δεν μπορεί να νικηθεί στο πεδίο της μάχης· πρέπει πάντα να πέφτει θύμα προδοσίας για να ολοκληρωθεί ο μύθος του.

Ο θάνατός του και η επακόλουθη συντριβή στο Φάληρο οδήγησαν στο λεγόμενο "προσκύνημα" των οπλαρχηγών στον Ιμπραήμ, μια κρίση που ανακόπηκε μόνο από την επιβλητική παρέμβαση του Κολοκοτρώνη. Η σύγκριση με τις σύγχρονες οικονομικές περιπέτειες και τα δάνεια της εποχής είναι συχνή, ωστόσο οι ειδικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο της χρήσης της ιστορίας ως "φάρσας" για την εξυπηρέτηση σύγχρονων παραλληλισμών.

«Τούρκοι μας σκότωναν, Τούρκοι μας έσωσαν»

Προσθέστε σχόλιο
Για ορισμένους μοιάζει με παραμύθι. Σε άλλους φαντάζει ως ένα απόμακρο τραγικό γεγονός που συνέβη κάπου, κάπως, κάποτε. Κάποιοι δεν γνωρίζουν. Για μερικές χιλιάδες αποτελεί ημέρα μνήμης: 353.000 Ελληνες, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, έφηβοι, νέοι και γέροι, πεταμένοι κάπου στις πλαγιές, στα χωράφια, στις ρεματιές, χωρίς ποτέ κανένας να μπορέσει να θάψει τα κορμιά τους. Τα Τάγματα Εργασίας, αφού τους εξόντωσαν, τους πέταξαν... Ελάχιστοι οι εναπομείναντες και ακόμη λιγότεροι εκείνοι που ως σήμερα ζουν, θυμούνται και εξιστορούν στα παιδιά, στα εγγόνια, στα δισέγγονα και στα τρισέγγονά τους όσα έζησαν... Την τραγωδία, τη λαίλαπα του πολέμου και του φανατισμού.

Ο 98χρονος κ. Σταύρος Κοντογιαννίδης στην πορεία της ζωής του μίλησε στα παιδιά του, την Αριάδνη, την Παρθένα, την Αννα, τον Επαμεινώνδα και τον Θεόδωρο, αφηγήθηκε στα δέκα εγγόνια του και στα ισάριθμα δισέγγονά του και θα ήθελε, αν προλάβει, να μιλήσει και σε τρισέγγονό του για την αλησμόνητη πατρίδα. Για τον πατέρα του Θεόδωρο Κοντογιαννίδη, ο οποίος εξοντώθηκε, για τη θεία του Ελένη που αρνιόταν να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο άνδρας της ο Αναστάσης... Για τους τούρκους συγχωριανούς τους που τους ειδοποίησαν ότι ερχόταν μεγάλο κακό και τους βοήθησαν να διαφύγουν.

Σταύρος Κοντογιαννίδης, τόπος γεννήσεως Ζιμόνα Χαρίενας, Αργυρούπολη Τραπεζούντας. Ονομα πατρός, Θεόδωρος, επάγγελμα συνταξιούχος, πρώην πεταλωτής, γεωργός, μαραγκός. Εζησε στον Πολύμυλο Κοζάνης τα περισσότερα χρόνια της ζωής του και τώρα ζει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης. Ανθρωπος απλός, του μόχθου. Τα χέρια του ακόμη ροζιασμένα από την πολλή δουλειά, και ας πέρασαν πάνω από 20 χρόνια από τότε που πήρε σύνταξη. Η προσφυγιά δεν του επέτρεψε να πάει σχολείο. Τα ποντιακά μπλέκονται με τη νεοελληνική γλώσσα, τα συναισθήματα έντονα. Δεν ξεχνάει όσα χρόνια και αν πέρασαν.

Αφηγείται σήμερα στο «Βήμα» όσα έζησε και ας τον πληγώνουν. Θέλει, λέει, να θυμούνται όλοι, να μη μισούν αλλά και να μην ξεχνούν...

«Ημουν οχτώ χρονών.Μια μέρα, στο χωριό, οι τούρκοι συγχωριανοί και γείτονες, μας ειδοποίησαν ότι έπρεπε να φύγουμε. Θα έρχονταν οι Τσέτες... Φωνές, κλάματα, μοιρολόγια. Βγήκαμε στους δρόμους. Από τη βιασύνη δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτε μαζί παρά μόνο τις εικόνες... και την ψυχή μας. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Δεν καταλάβαινα γιατί η μάνα μου κοιτούσε το διώροφο αρχοντικό σπίτι μας και έκλαιγε κρατώντας μας σφιχτά στην αγκαλιά της.Οι μεγαλύτεροι κρατούσαν στα χέρια τους λίγα ρούχα και ψωμί. Αλλοι έτρεξαν στην όμορφη εκκλησιά μας, τον Αϊ-Γιώργη, πήραν εικόνες, το Ευαγγέλιο και τον σταυρό. Μάνες χάνανε τα παιδιά τους, αδέλφια χωρίστηκαν. Φωνές, κλάματα, κατάρες από τη μια και από απέναντι διαταγές και πυροβολισμοί. Ολοι προσευχόμασταν στον Θεό που δεν μπορούσε να μας βοηθήσει».

Εχασε τρία από τα αδέλφια του και απόμεινε μόνος, με τον μικρό του αδελφό Αχιλλέα, μωρό στην αγκαλιά της μάνας του, ο οποίος θήλαζε και είχε να φάει.

«Απομακρυνόμασταν από τα χωριά μας, περπατούσαμε ημέρες, εβδομάδες και όταν συναντούσαμε χωριά ακούγαμε τους Τούρκους να τραγουδούν το “Γιασά Κεμάλ, γιασά” (“Ζήτω Κεμάλ, ζήτω”)κρυβόμασταν. Οι μανάδες κλείνανε τα στόματα των παιδιών τους για να μην ακούσουν τα κλάματα οι Τσέτες. Αρκετοί ηλικιωμένοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν, έπεφταν και δεν σηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν κι έμεναν εκεί άταφοι». Και όμως: «Ζούσαμε στο χωριό αρμονικά με τους Τούρκους. Είχαν πάει εκεί οι προγονοί μου αρκετά χρόνια πριν, κυνηγημένοι από τους Τούρκους στην Τραπεζούντα. Τον πατέρα μου τον σκότωσαν. Στα παιδικά μου χρόνια άκουγα μόνο μοιρολόγια από τις γυναίκες που θρηνούσαν τους άνδρες τους. Μετά τον πατέρα μου σκότωσαν τη γυναίκα του θείου μου Αναστάση, την Ελένη, επειδή αρνιόταν να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο άνδρας της». Θυμάται σαν σήμερα τα «Αμελέ Ταμπουρού», τα λεγόμενα Τάγματα Εργασίας, που προκάλεσαν το κακό.

Από την Τραπεζούντα με πλοίο ήλθαν στην Ελλάδα. «Λεγόταν “Κιτσεμάλ”. Οταν είδαμε το πλοίο συνειδητοποιήσαμε ότι θα φεύγαμε από την πατρίδα μας.Αφήσαμε πίσω προγόνους,τάφους,σπίτια,μαγαζιά,τον φούρνο μας που ήταν ο καλύτερος της περιοχής μας,τα ζώα μας, τα χωράφια μας που ήταν σπαρμένα και ποτίστηκαν με τον ιδρώτα και το αίμα μας». Το «Κιτσεμάλ» ήταν γεμάτο πρόσφυγες, στοιβαγμένους σαν σαρδέλες. «Μας αποβίβασε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουμε ένα άλλο σαράβαλο πλοίο που νομίζαμε ότι θα βουλιάξει και θα πνιγούμε. Μερικοί πέθαιναν, οι παπάδες τούς έψελναν και οι άνδρες τούς πετούσαν στη θάλασσα. Κρατούσα σφιχτά το χέρι της μάνας μου, μη χαθούμε έως ότου πατήσουμε ελληνικό χώμα. Πεινασμένοι, άρρωστοι, ταλαιπωρημένοι, κατεβήκαμε στην Πρέβεζα. Γυρίσαμε στον Πειραιά και από εκεί στη Θεσσαλονίκη. Πήγαμε στην Τούμπα, μετά στην Αριδαία και τέλος με ποδαρόδρομο φτάσαμε κι εγκατασταθήκαμε στον Πολύμυλο Κοζάνης, μόνο τρεις από την επταμελή οικογένεια» .

19 ΜΑΪΟΥ, ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ

Μετά το 1916 και τη Γενοκτονία των Αρμενίων, το 1919 Ελληνες και Αρμένιοι στον Πόντο συζητούν τη δημιουργία αυτόνομου ελληνοαρμενικού κράτους. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει η πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Ως το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000- άλλοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στους 350.000. Οσοι επέζησαν, κατέφυγαν σε Ρωσία και Ελλάδα (περίπου 400.000). Στις 24 Φεβρουαρίου του 1994 η Βουλή των Ελλήνων κήρυξε ομόφωνα τη 19η Μαΐου Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

 
Άρθρο της Μαρίας Αντωνιάδου δημοσιεύθηκε στο Βήμα, στις 19.05.2010

Η τραγωδία άρχισε πριν από τον «Αττίλα»

Προσθέστε σχόλιο
Κάτι λιγότερο από δεκατέσσερα χρόνια ελευθερίας και ανεξαρτησίας πρόλαβαν να χαρούν οι Κύπριοι: από τις 15 Αυγούστου 1960, οπότε η Κύπρος ανακηρύχθηκε επίσημα ανεξάρτητο κράτος ύστερα από 82 ετών βρετανική κατοχή, μέχρι τις 20 Ιουλίου του 1974, ημέρα που έγινε η τουρκική εισβολή εξ αιτίας της οποίας το νησί είναι ακόμη και σήμερα, 36 χρόνια μετά, διχοτομημένο.

Και φαίνεται πως η τύχη της ήταν από την αρχή προδιαγεγραμμένη, αφού η περιβόητη Συμφωνία της Ζυρίχης μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας με τη συμμετοχή και κυπριακής αντιπροσωπείας υπό τον Μακάριο, η οποία είχε επιτευχθεί λίγους μήνες νωρίτερα (φθινόπωρο του 1959), είχε τόσα πολλά κενά και ασάφειες που ήταν βέβαιο ότι εξ αρχής υπονόμευε τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου κράτους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο επικαλέστηκε τις "υποχρεώσεις της" που απέρρεαν από τη Συμφωνία της Ζυρίχης! Την οποία βεβαίως ερμήνευσε με τον τρόπο που τη συνέφερε, ποντάροντας στην ανοχή των ισχυρών φίλων της, κυρίως των ΗΠΑ.

Είναι αλήθεια ότι τα χρόνια που η Κύπρος πρόλαβε να ζήσει ανεξάρτητη και ενωμένη δεν ήταν όλα ειρηνικά και η συμβίωση και συνεργασία των δύο κοινοτήτων δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Εθνικισμοί που καλλιεργήθηκαν και από τις δύο πλευρές, συχνά με τη βοήθεια και ενθάρρυνση τόσο της Ελλάδας (κυρίως την περίοδο της χούντας) όσο και της Τουρκίας, έφεραν πολλές φορές Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους στα πρόθυρα της ένοπλης σύρραξης.

Από την άλλη πλευρά, η ισχυρή προσωπικότητα του Μακαρίου, ο οποίος ακολουθούσε αδέσμευτη εξωτερική πολιτική, είχε ενοχλήσει σχεδόν όλες τις δυτικές κυβερνήσεις. Σε βαθμό που οι περισσότερες επιθυμούσαν να απαλλαγούν από τον "Κάστρο της Μεσογείου", αλλά δεν εύρισκαν τρόπο να το κάνουν, καθώς ο ηγέτης της Κύπρου ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στο εσωτερικό της χώρας του και ικανότατος διπλωμάτης.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα. Ο Μακάριος ήταν, φυσικά, αντίθετος σε όλα τα επίπεδα με τους συνταγματάρχες, οι οποίοι στη γνωστή πατριδοκαπηλία τους προσέθεσαν και την επιθυμία τους για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, πράγμα βέβαια που ο Μακάριος απέκλειε κατηγορηματικά.

Τελικά στις 15 Ιουλίου 1974 ο νεόκοπος δικτάτορας της Αθήνας Δ. Ιωαννίδης επιχείρησε αυτό που δεν είχε τολμήσει ο προκάτοχός του Γ. Παπαδόπουλος: σχεδίασε και υλοποίησε πραξικόπημα επιδιώκοντας όχι μόνο την κατάληψη της εξουσίας από τα ανδρείκελά του στο νησί, αλλά και τη φυσική εξόντωση του Μακαρίου.

Το ότι επέζησε ο Κύπριος ηγέτης ήταν η μεγάλη αποτυχία των πραξικοπηματιών, που οδήγησε και στην ουσιαστική κατάρρευση του εγχειρήματος, το οποίο όμως πρόλαβε να δημιουργήσει μια ολέθρια συνέπεια: προσέφερε στους Τούρκους την αφορμή που έψαχναν για να επέμβουν στρατιωτικά στην Κύπρο ως εγγυήτρια δύναμη (με βάση τη Συμφωνία της Ζυρίχης) δήθεν για να αποκαταστήσει την τάξη, η οποία όντως είχε διαταραχθεί από το πραξικόπημα. Μόνο που η Τουρκία, αντί να αποκαταστήσει την τάξη, πράγμα άλλωστε που δεν ήταν δική της και εν πάση περιπτώσει μόνο δική της αρμοδιότητα, κατέλαβε και εξακολουθεί να κατέχει μέχρι σήμερα το 40% του εδάφους της Κύπρου.

Απόδειξη ότι η Τουρκία είχε άλλους στόχους είναι το ότι προχώρησε σε πολεμικές- κατακτητικές επιχειρήσεις και αφότου είχε συμφωνηθεί η κατάπαυση του πυρός κατά την αρχική εισβολή εφαρμόζοντας στις 14-15 Αυγούστου 1974 τον «Αττίλα 2» και το ότι τα επόμενα χρόνια μετέφερε κι εγκατέστησε στην Κύπρο χιλιάδες εποίκους σε μια προσπάθεια να αλλοιωθεί η πληθυσμική σύνθεση του νησιού υπέρ της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Και βέβαια το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα, 36 χρόνια μετά, αρνείται να δεχθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος το οποίο η ίδια δημιούργησε.

Ο Μακάριος

Η ισχυρή και ανεξάρτητη προσωπικότητα του Μακαρίου ενοχλούσε τους δυτικούς ηγέτες. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που δίνει για τον κύπριο ηγέτη ο Αμερικανός Μπάριγκτον Κινγκ, πολιτικός σύμβουλος της πρεσβείας των ΗΠΑ στη Λευκωσία από το 1964 μέχρι το 1967: «Ετρεφα κάποιου είδους σεβασμό για την παράξενη ικανότητά του να κάνει τα πράγματα όπως ήθελε και όχι και πολύ σεβασμό για τα κίνητρά του και για το τι σκάρωνε. Νομίζω ότι είχαμε την τάση να θεωρούμε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο λίγο σαν τον Νάσερ: ότι ήταν εν δυνάμει κακή επιρροή για κάποιους γείτονες... Επίσης είχαμε το ίδιο πρόβλημα, ότι έπαιρνε όπλα από τη Σοβιετική Ενωση και είχε διάφορες άλλες διασυνδέσεις μαζί τους, ενώ ανεχόταν και ενθάρρυνε το Κομμουνιστικό Κόμμα, διασφαλίζοντας πάντα ότι δεν θα έπαιρνε εκλογική πλειοψηφία». Στη φωτογραφία ο Μακάριος περίλυπος στα ερείπια του Προεδρικού Μεγάρου της Κύπρου, το οποίο βομβάρδισαν οι πραξικοπηματίες για να τον σκοτώσουν.

Οι αγνοούμενοι

Την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο ακολούθησε και μία ανθρωπιστική τραγωδία. Περίπου 200.000 πολίτες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Αλλοι δεν πρόλαβαν, αιχμαλωτίστηκαν, πολλοί εκτελέστηκαν και περίπου 1.600 η τύχη αγνοείται ώς σήμερα. Σκοτώθηκαν επίσης πολλοί στρατιώτες και αξιωματικοί, Ελληνες και Κύπριοι. Στη φωτογραφία τούρκος στρατιώτης ανάβει το τελευταίο τσιγάρο σε έναν ελληνοκύπριο στρατιώτη αιχμάλωτο, λίγο πριν από την εκτέλεσή του

Η διάλυση

Αντίθετα απ΄ ό,τι θα περίμενε κανείς από ένα στρατιωτικό καθεστώς, η χούντα της Ελλάδας είχε επιφέρει τέτοια διάλυση στις Ενοπλες Δυνάμεις της χώρας, που την κρίσιμη στιγμή της τουρκικής απόβασης στην Κύπρο αποδείχτηκαν εντελώς απροετοίμαστες να την αποκρούσουν. Εγινε μια επιστράτευση- παρωδία και ουσιαστικά οι Τούρκοι βρήκαν την Κύπρο ανοχύρωτη. Αντιστάθηκαν βέβαια οι στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ και της Εθνοφρουράς, αλλά χωρίς αεροπορική και ναυτική υποστήριξη ήταν καταδικασμένοι. Στη φωτογραφία ελληνοκυπριακό αντιτορπιλικό, κατεστραμμένο από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς, σύρεται προς την ακτή της Κερύνειας από τούρκους στρατιώτες...

Ο δικτάτορας

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: Ο αόρατος δικτάτορας της Ελλάδας υπήρξε ο αρχιτέκτονας του κυπριακού δράματος. Ο Ρόμπερτ Ντίλον, τότε υπεύθυνος ελληνικών, τουρκικών, κυπριακών και ιρανικών υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, θυμάται γι΄ αυτόν: «Η CΙΑ είχε αναφέρει ότι ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, σε μια συζήτηση με έναν από τους ανθρώπους της, είχε πετάξει και σπάσει πράγματα πάνω από το τραπέζι και είχε ορκιστεί ότι θα απάλλασσε τον κόσμο απ΄ τον παλιοκομμουνιστή τον Μακάριο, που κατέστρεφε την Κύπρο».

 
Άρθρο της εφημερίδας "Τα Νέα", Τρίτη 18.07.2010

1943: Αθηναϊκή διαδήλωση αναβάλλει τα σχέδια του Χίτλερ

Προσθέστε σχόλιο
 22 Ιουλίου 1943, διακόσιες χιλιάδες λαού στην κατεχόμενη Αθήνα πραγματοποιούν μαχητική διαδήλωση εναντίον της απόφασης των Γερμανών να παραχωρήσουν στη Βουλγαρία ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα ως τον Αξιό. Εκατό διαδηλωτές νεκροί στην άσφαλτο έκαναν τον Χίτλερ να αναστείλει την απόφαση «επ' αόριστον». Ο Ηλίας Βενέζης, στο διήγημά του 22 Ιουλίου 1943, δίνει το κλίμα της διαδήλωσης αυτής.

Μες στην Αθήνα στους μεγάλους δρόμους της, το πλήθος περπατά σιωπηλό και σκυφτό σα να σεργιανά στον ήλιο και στα αγάλματα. Τίποτα δεν προδίνει πως κάτι ετοιμάζεται, πως κάτι θα γίνει. Ωστόσο, η στυφή σιωπή είναι τόση μες στη χαρά του ήλιου που λάμπει, που το μαντεύεις: κάτι είναι σαν ηφαίστειο που άξαφνα θ' ανάψει.

Κι η σπίθα ανάβει.

Απ' το λαό που περπατά σαν αμέριμνος, σ' ένα δοσμένο σύνθημα ξεχύνεται άξαφνα ένα μεγάλο κύμα και τρέχει προς τον ανοιχτό χώρο που είναι μπρος στο Πανεπιστήμιο. Γεμίζει ο τόπος. Ενα κορίτσι, κρατώντας ένα στεφάνι από δάφνη, σκαλώνει στο άγαλμα του Φεραίου και το στεφανώνει. Ο λαός γονατίζει. Και όλα τα πικραμένα στόματα ψέλνουν τον Υμνο στην Ελευθερία.

Την ίδια στιγμή ακούγονται απ' την άκρη του δρόμου οι αλυσίδες του γερμανικού τανκ, που κίτρινο σαν το θάνατο, τρέχει προς το μέρος που άναψε η σπίθα. Πριν προφτάξει να ρίξει τη φωτιά του, η διαδήλωση πυκνή τώρα, ολοένα πιο πυκνή, ξεχύνεται σε άλλο δρόμο, στρίβει, ελίσσεται σαν ζωντανό πλάσμα που αμύνεται και παλεύει με σιγουριά και με πίστη.

Ολα τα στόματα τώρα φωνάζουν, όλα τα στόματα ουρλιάζουν.

«Οχι πια άλλο! Θέλουμε τη λευτεριά μας! Θέλουμε τη λευτεριά!».

Από πολύ μακριά, κληρονομημένο από χρόνους παλιούς το βαθύ αίσθημα, η αγάπη του λαού αυτού για τη λευτεριά και τη δικαιοσύνη, ξεσπούσε γυρεύοντας ν' ακουστεί, ενώ γύρω του λυσσασμένα άρχισαν να χύνουν μολύβι και αίμα τα άρματα πάνου σε ανθρώπους άοπλους και ανυπεράσπιστους, σε γυναίκες και παιδιά.

«Οχι πια άλλο! Οχι άλλο! Κάτω οι τύραννοι!» 

Αφρισμένο τώρα κατέβαινε την πλατιά λεωφόρο το κύμα και βογκούσε. Σαν αλαφρός ψίθυρος στην αρχή, από λίγα στόματα πρώτα, ύστερα από όλα τα στόματα, άρχισε πάλι να χύνεται το παθητικό τραγούδι της λευτεριάς, ο Υμνος των Ελλήνων. Στην κορυφή του κύματος μια ασπρογάλανη σημαία ξεδιπλώθηκε τότε. Κυμάτισε στο λίγο αγέρα, κυμάτισαν και τα μαλλιά του κοριτσιού που τη σήκωνε στα χέρια του. Προχωρούσε με σταθερό βήμα, ξαναμμένη και περήφανη, και πλάι της βάδιζε ο φίλος της. Τραγουδούσαν τον Υμνο στην Ελευθερία και βάδιζαν. Λίγο πιο μπρος τους, μπρος τα μάτια τους που σπίθιζαν, έλαμπε το όραμα της Ελλάδας. Και λίγο πιο μπρος ακόμα, ήταν το όραμα το δικό τους, η ευτυχία που μίλησαν χτες με τα άστρα, ένα αγοράκι με μαύρα μαλλιά, που θα το μεγάλωναν και θα το μάθαιναν να γίνει σωστός άντρας που να μπορεί να πει στην κρίσιμη ώρα ένα «όχι». Οχι πια πόλεμοι και αίμα άδικο...

Τα περιστατικά ήρθαν έπειτα γρήγορα σαν αστραπή. Το γερμανικό άρμα φάνηκε στην άκρη του δρόμου απ' την αντίθετη μεριά που κατέβαινε η διαδήλωση και χύθηκε πάνου στο πλήθος. Το πολυβόλο άρχισε να κροτά. Αλλά το κύμα που κατέβαινε με ορμή δεν ήταν μπορετό να σταματηθεί. Συνέχισε την πορεία. Το πολυβόλο έριχνε τώρα πάνου στα κορμιά. Βρήκε πρώτα κατάστηθα το νεανικό σώμα που είχε ανεμισμένα μαλλιά στο κεφάλι και που κρατούσε στα χέρια του την ανεμισμένη σημαία. Την ίδια στιγμή το τανκ που έτρεχε με δαιμονισμένο θόρυβο και είχε φτάσει, έπεσε πάνου στο λαβωμένο σώμα που σπάραζε, πέρασε από πάνω του τις βαριές αλυσίδες του, μπήκε μέσ' στο πλήθος, το σκόρπισε για μια στιγμή και τράβηξε πέρα.

Ολα έγιναν σαν αστραπή. Το αλαλιασμένο πλήθος μόλις πέρασε ο μηχανοκίνητος θάνατος ξεχύθηκε πάλι απ' τις παρόδους όπου είχε καταφύγει, κι έτρεξε βογκώντας προς το σώμα του κοριτσιού, που έχοντας αγκαλιασμένη τη σημαία την έβρεχε με το αίμα που έτρεχε απ' τις σπαραγμένες σάρκες του.

Πηγή: http://tvxs.gr/news

Αχ αυτοί οι Έλληνες

Προσθέστε σχόλιο
Κυρίες και κύριοι διαβάστε με προσοχή τι έλεγε για τους Έλληνες επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο Ρωμαίος Συγκλητικός Μενένιος Άπιος προς τον Ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο που θα αναλάμβανε την διοίκηση της Αχαΐας.

Την μετάφραση του πάπυρου έκανε ο σπουδαίος Έλληνας Κωνσταντίνος Τσάτσος. Μία επιστολή που καλό είναι να μην φτάσει σε γνώση των Ευρωπαίων επιτρόπων…

«Κερδίσαμε, αγαπημένε Ατίλιε, τον κόσμο με τις λεγεώνες μας, αλλά θα μπορέσωμε να τον κρατήσωμε μονάχα με την πολιτική τάξη που θα του προσφέρωμε. Διώξαμε τον πόλεμο στις παρυφές της γης. Από τον Περσικό κόλπο ως τη Μαυριτανία, από τη γη των Αιθιόπων ως την Καληδονία αδιατάρακτη βασιλεύει η ρωμαϊκή ειρήνη. Δύσκολο φαίνεται να εξηγήσει κανείς, πώς μια πόλη έφτασε να κυβερνά την οικουμένη. Μέσα στους λόγους όμως που θα αναφέρονταν για μια τέτοια εξήγηση, θα έπρεπε να ήταν πρώτος ετούτος καταλάβαμε καθαρά και έγκαιρα πως υποτάσσοντας τους λαούς, αναλαμβάνομε μιαν ευθύνη για την ευημερία τους.

Τούτη η συνείδηση της ευθύνης διακρίνει τους βαρβάρους κατακτητές από τους κοσμοκράτορες. Μονάχα ο Αλέξανδρος πριν από μας είχε τη συνείδηση τούτης της ευθύνης. Ευτυχώς για τη δόξα της Ρώμης πέθανε νέος, γιατί αλλιώς θα ήτανε οι έλληνες σήμερα οι άρχοντες του κόσμου. Αλλοίμονο στους λαούς όταν τις προσπάθειές τους τις ενσαρκώνουν μονάχα σε μονωμένα άτομα που περνούν και όχι σε ανθρώπινες κοινότητες, σε θεσμούς, που αντέχουν στη ροή των πραγμάτων και σηκώνουν άνετα τον όγκο των πολύχρονων έργων. Έχομε τη σοφία να μη θέλωμε να είμαστε δυσβάσταχτοι εκμεταλλευτές των λαών που υποτάχτηκαν στην εξουσία μας.

Καταλάβαμε πως μια τέτοια εκμετάλλευση καταντάει ζημιά και ανησυχία δαπανηρή, όταν ξεπερνάει το πρεπούμενο μέτρο. Και μάλιστα όσο πιο πολύ εκτείνεται η εξουσία, όσο πιο πολύ αραιώνουν οι φρουρές και αυξαίνει η δυσαναλογία του αριθμού των αρχόντων και των αρχομένων, τόσο η εκμετάλλευση πρέπει να γίνεται πιο ανεπαίσθητη, ενας ελαφρύς τόκος που οι λαοί μας πληρώνουν για την τάξη και την ειρήνη που τους εξασφαλίζουμε.

Αλλά δε φτάνει να τους χαρίζωμε ειρήνη και τάξη, γιατί αυτά είναι αρνητικά στοιχεία, είναι όροι, δεν αποτελούν την ουσία της ευδαιμονίας των ανθρώπων. Πρέπει να προάγωμε την υλική ευημερία των λαών μας. Πρέπει με την υπερέχουσα τεχνική μας να τους κατασκευάζωμε υδραγωγεία και αιωνόβιους δρόμους, λιμάνια, γιοφύρια και άλλα έργα που κάνουν τη ζωή των ανθρώπων πιο άνετη και πιο εύκολη. Θα έπρεπε ακόμη και της φιλοσοφίας και της ποίησης τα δώρα να σκορπούσαμε στις χώρες που κυβερνούμε.

Το μέγα όμως τούτο έργο είμαστε άξιοι να το κάνωμε μόνο στις δυτικές επαρχίες, γιατί εκεί που βρίσκεσαι εσύ, οι έλληνες το επιτελούν ακόμη σήμερα καλλίτερα από μας. Ας επαναλάβωμε και εμείς τη δυσάρεστην ομολογία του Οράτιου Φλάκκου: Graecia capta, ferum victorem cepit, et artes Intulit agresti Latio. …O έλληνας είναι πιο εγωιστής από μας και συνεπώς και από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων μέτρον» κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο, και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο ορθώνεται το εγώ των ελλήνων.

Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, όσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με τη σκέψη τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν απ΄ αυτούς. Χάρις σε αυτό η σχέση τους με το σύμπαν, με τα πράγματα και τους ανθρώπους δεν μπαγιατεύει, αλλά είναι πάντα νέα, δροσερή και το κάθε τι, χάρις σε αυτό το εγώ, αντιχτυπάει σαν πρωτοφανέρωτο στην ψυχή τους.

Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το χάρισμα. Το ίδιο «εγώ» που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά συστήματα, αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των Ανθρώπων. Και ήρθανε οι καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες.

Και εμείς τους συναντήσαμε, καλέ Ατίλιε, σε τέτοιους καιρούς και γι΄ αυτό η κρίση μας γι΄ αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή, που κάποτε καταντάει άδικη. Αλλά και πώς να μην είναι; H μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί το νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πώς η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στο νόμο. Και όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η πορεία της ζωής των. Σπάνια οι έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι».

Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο, ανάλογα με τα κέφια της στιγμής ή όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή το δόλο. A! τόσο τη χαίρεται ο έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη!

O έλληνας έχει πιο αδύνατη μνήμη από μας έχει λιγότερη συνέχεια στον πολιτικό του βίο. Είναι ανυπόμονος και κάθε λίγο, μόλις δυσκολέψουν κάπως τα πράγματα, αποφασίζει ριζικές μεταρρυθμίσεις. Θες να σαγηνέψης την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους: «Σας υπόσχομαι αλλαγή». Πες τους: «Θα θεσπίσω νέους νόμους». Αυτό αρκεί. με αυτό χορταίνει η ανυπομονησία του, το αψίκορο πάθος του. Τι φαεινές συλλήψεις θα βρης μέσα σε αυτά τα ελληνικά δημιουργήματα της ιδιοτροπίας της στιγμής!

Εμείς δειλά-δειλά και μόνο με το χέρι του πραίτορα τολμήσαμε , διολισθαίνοντας μέσα στους αιώνες, να ξεφύγωμε από τους άκαμπτους κλοιούς της Δωδεκαδέλτου μας, και πάλι διατηρώντας όλους τους τύπους, όλα τα εξωτερικά περιβλήματα. Τούτη η υποκρισία των μορφών, όταν η ουσία αλλάζει, δείχνει πόση είναι η ταπεινοφροσύνη μας μπρος σε κάθε τι που είναι θεσμός και έθος και παράδοση, πόσο το παρελθόν και η συνέχεια του βαραίνουν στην πορεία μας και πόσο δίκαια αντέχομε αιώνες εκεί που οι έλληνες εκάμφθηκαν σε δεκαετηρίδες.

Οι έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν απάνω από τα πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος, θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής των περίπτωσης, ακόμα και όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. O έλληνας ζητεί από το νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση.

Αν τύχη και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του, και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις, όπως η δική του, δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτή. Και εν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα το διακήρυξε ο μεγάλος τους Πλάτων, πως τέτοια είναι η μοίρα και η φύση των νόμων. Πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη. Το διακήρυξε και ο Σταγειρίτης, χωρίζοντας το δίκαιο από το επιεικές. Αλλά δεν τ΄ ακούει αυτά ο έλληνας! Δε δέχεται να θυσιάση τη δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σ΄ ένα νόμο σκόπιμο, και δίκαιο στη γενικότητά του.

Έτσι είναι οι πολλοί στις πόλεις που πρόκειται τώρα να διοικήσης, έτσι διαφορετικοί, αν όχι από μας, όμως από τους πατέρες μας, που θεμελίωσαν το μεγαλείο την παλιάς, της αληθινής μας δημοκρατίας. Όσο περνούν οι αιώνες τόσο κι εμείς και οι λαοί που κυβερνούμε γινόμαστε περισσότερο ατομιστές, ως που μια μέρα να μαραθούμε όλοι μαζί μέσα στη μόνωση των μικρών εαυτών μας. Νομίζω πως οι έλληνες απάνω στους οποίους εσύ τώρα άρχεις είναι πρωτοπόροι σε αυτόν το θανάσιμο κατήφορο. Δε σου έκανε κιόλας εντύπωση, καλέ μου Νάβιε, η αδιαφορία του έλληνα για το συμπολίτη του;

Όχι πως δε θα του δανείσει μια χύτρα να μαγειρέψει, όχι πως αν τύχη μια αρρώστια δε θα τον γιατροπορέψη, όχι πως δεν του αρέσει να ανακατεύεται στις δουλειές του γείτονα, για να του δείξει μάλιστα την αξιοσύνη του και την υπεροχή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις βοηθάει ο έλληνας περισσότερο από κάθε άλλον. Βοηθάει πρόθυμα και τον ξένο, με την ιδέα μάλιστα, που χάρις στους μεγάλους στωϊκούς, πάντα τον κατέχει, μιας πανανθρώπινης κοινωνίας. Του αρέσει να δίνη στον ασθενέστερο, στο αβοήθητο. Είναι και αυτό ένας τρόπος υπεροχής.

Λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του, κάτι άλλο θέλω να πω. Αλλά μου πέφτει δύσκολο να στο εξηγήσω. Θα αρχίσω με παραδείγματα, που, αν προσέξης, ανάλογα θα δης και εσύ ο ίδιος πολλά με τα μάτια σου. Ακόμη υπάρχουνε ποιητές πολλοί και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους, καθώς είναι χρέος σου, και πες μου αν άκουσες κανέναν απ΄ αυτούς ποτέ να επαινή τον ομότεχνό του. Δε χάνει τον καιρό του σε επαίνους των άλλων ο έλληνας. Δε χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι΄ αυτόν βρίσκει πάντα καιρό.

Για την κατανόηση, την αληθινή, αυτήν που βγαίνει από τη συμπάθεια γι΄ αυτό που κατανοείς, δε θέλει τίποτα να θυσιάση. Το κίνητρο της δικαιοσύνης δε τον κινεί για να επαινέση ό,τι αξίζει τον έπαινο. Όχι που δεν θα ήθελε να είναι δίκαιος, αλλά δεν αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο. Αλλού κοιτάζει. Θαυμάζει ό,τι είναι ο δικός του κόσμος. Κάθε άλλον τον υποτιμά. Όταν ένας πολίτης άξιος δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του, λέει ο έλληνας: “αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιώτερός του, τι πειράζει αν αυτός δεν αναγνωρίζεται;”

O εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον έλληνα τη δυνατότητα να είναι δίκαιος. Και αυτό εννοούσα λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του.το πάθος του εγωισμού τον εμποδίζει να ασχολείται με τον άλλο, να συνεργάζεται μαζί του. Και φυσικά από την έλλειψη τούτη της αλληλεγγύης ματαιώνονται στις ελληνικές κοινωνίες οι κοινές προσπάθειες. H δράση του έλληνα κατακερματίζεται σε ατομικές ενέργειες, που συχνά αλληλοεξουδετερώνονται και συγκρούονται.


πηγή: http://www.capital.gr

Λαϊκές εκφράσεις και τι σημαίνουν.

Προσθέστε σχόλιο

ΧΡΩΣΤΑΕΙ ΤHΣ ΜΙΧΑΛΟΥΣ

Η λαϊκή έκφραση συνδέεται με τη μετεπαναστατική ζωή στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, μετά την επανάσταση του 21 υπήρχε στο.
Ναύπλιο μια ταβέρνα που ανήκε σε μια γυναίκα, τη Μιχαλού. Η Μιχαλού είχε το προτέρημα να κάνει «βερεσέδια» αλλά υπό προθεσμία. Μόλις εξαντλείτο η προθεσμία - και η υπομονή της - στόλιζε τους χρεώστες της με «κοσμητικότατα» επίθετα. Όσοι τα άκουγαν, ήξεραν καλά ότι αυτός που δέχεται τις «περιποιήσεις» της «χρωστάει της Μιχαλούς».

ΕΦΑΓΑ ΧΥΛΟΠΙΤΑ

Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα - και μάλιστα επί τρεις ημέρες, κάθε πρωί, τελείως νηστικοί.

ΜΥΡΙΖΩ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΜΟΥ

Η φράση προέρχεται από την αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σ' ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο, τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν καθώς τα έφερναν κατόπιν κοντά στη μύτη τους και μ' αυτό τον τρόπο έπεφταν σ' ένα είδος καταληψίας κατά την οποία προμάντευαν τα μελλούμενα.

ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ

Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη.Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο. Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατζουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, πράγμα , βέβαια, δυσκολότατο. Γιατί τα νύχια των δυστυχισμένων σκλάβων, που έμεναν συνέχεια μέσα στα κάτεργα, ήταν τεράστια και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν. Γι' αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρώει τα νύχια του για καβγά».

ΜΑΛΛΙΑΣΕ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ

Στη βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες, βέβαια, με το παράπτωμα. Όταν π.χ. ένας έλεγε πολλά, δηλαδή έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο που ήταν υποχρεωμένος με το μάσημα να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο, όμως, αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα στο στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα, το ελατήριο δηλαδή της τιμωρίας του, άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές, δηλαδή, όπως είναι τα μαλλιά. Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η παροιμιώδης φράση : «μάλλιασε η γλώσσα μου», που τις λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον για κάτι και του το λέμε πολλές φορές.

ΜΟΥ ΕΦΥΓΕ ΤΟ ΚΑΦΑΣΙ

Στα Τούρκικα καφάς θα πει κεφάλι, κρανίο. Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε :» του έφυγε το καφάσι», δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη του κτυπήματος. Το ίδιο και όταν αντιληφθούμε κάτι σπουδαίο, λέμε :»μου έφυγε το καφάσι» , δηλαδή, μου έφυγε το κεφάλι από τη σπουδαιότητα

ΤΟΥΜΠΕΚΙ

«Τουμπεκί » λέγεται τουρκικά ο καπνός για τον ναργιλέ, που τον κάπνιζαν στα διάφορα καφενεία της παλιάς εποχής. Τον ναργιλέ τον ετοίμαζαν οι «ταμπήδες» των καφενείων και επειδή αυτοί έπιαναν την κουβέντα κι αργούσαμε τον πάνε στον πελάτη, εκείνος με τη σειρά του φώναζε: «κάνε τουμπεκί ». Όσοι κάπνισαν ναργιλέ ήταν και από φυσικού τους λιγομίλητοι και δεν τους άρεσε η «πάρλα», οι φλυαρίες. Με τις ώρες κρατούσαν στα χείλη τους το «μαρκούτσι» του ναργιλέ, απολαμβάνοντας μακάρια και σιωπηλά το τουμπεκί, που σιγόκαιγε στο λούλα. Και αν κάνεις, που κι αυτός κάπνιζε ναργιλέ δίπλα του, άνοιγε πλατιά κουβέντα, οι μερακλήδες της παρέας του έλεγαν: « Κάνε τουμπεκί», δηλαδή, κάπνιζε και μη μιλάς. Τώρα για το « ψιλοκομμένο » τουμπεκί, ήταν η τέχνη του «ταμπή» να του το προσφέρει ψιλοκομμένο, που ήταν και καλύτερο.

Έτσι φθάσαμε εδώ...

Προσθέστε σχόλιο

Τίποτα δεν έρχεται τυχαία... Χωρίς λόγο... Σκαλί - σκαλί κατεβήκαμε στον πάτο... Όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά. Υποβαθμίσαμε παιδεία, πολιτισμό, αξίες, ιδανικά, ξεχάσαμε από πού ήρθαμε, κατεδαφίσαμε τα πάντα, σηκώσαμε σημαία ευκολίας για όλα... Τα λέει απλά και ξεκάθαρα, ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς στην επιφυλλίδα του στην «Καθημερινή»:

«Η παραβατικότητα στην Ελλάδα, το ψέμα, η ατιμία, η κλοπή δημόσιου χρήματος, η φοροδιαφυγή, το “λάδωμα”, η κατάχρηση, η αναίδεια, το νταϊλίκι του εκβιαστή, του παραβάτη των νόμων, ο χλευασμός της ηθικής και των κοινωνικών αναστολών, είναι οι “λαϊκές κατακτήσεις” των τελευταίων τριάντα χρόνων. “Κατακτήσεις” που θεμελιώθηκαν και παγιώθηκαν χάρη στην ειδεχθή ανηθικότητα όλων των κομμάτων, άσχετα με τις παραπλανητικές τους επωνυμίες και τις ψυχωτικές τους εμμονές.

Λέγεται ότι έλεγε ο Λένιν (πριν από τον πραγματικό ή φανταστικό Κίσινγκερ) πως αν θέλεις να εξαφανίσεις ιστορικά έναν λαό, τον αποκόβεις από τη γλώσσα του. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα διδακτικά βιβλία στα ελληνικά σχολεία, τριάντα έξι χρόνια τώρα, προσφέρονται για να σπουδάσει κανείς το πόσο μεθοδικά και δόλια μπορεί να συντελεστεί αυτή η αποκοπή ενός λαού από τη γλώσσα του. Δεν φτάσαμε αιφνίδια στην κηδεμόνευση από το ΔΝΤ και στην εξουδετέρωση της Ελλάδας στον διεθνή πολιτικό στίβο.

Προηγήθηκαν η μεθοδική αποχαύνωση του πληθυσμού με τη μονοτροπία μεγιστοποίησης της καταναλωτικής ευχέρειας, η προγραμματική αγλωσσία, η διάλυση δημοτικού - γυμνασίου και η αχρήστευση του λυκείου, ο ευτελισμός και το μπάχαλο των πανεπιστημίων, η συστηματική διαστροφή της ιστορικής αυτοσυνειδησίας του Έλληνα, η χλεύη για τη μεταφυσική και για τον πολιτισμό που μόνο αυτή γεννάει».

Όμως ακόμα και ξένοι έχουν τις ίδιες διαπιστώσεις με τον κ. Γιανναρά. Στο ίδιο φύλλο της «Καθημερινής» υπήρχε συνέντευξη του αμερικανού συγγραφέα και οικονομικού αναλυτή Μάικλ Λιούις, που βλέποντας την Ακρόπολη είπε:

«Με ξάφνιασε η αποσύνδεση του μέσου Έλληνα από την αρχαία Ελλάδα»!

Άλλη μια επιτυχία μας... (To Παρόν)


Online-Press.Blog

Τελεσίγραφο του Αλβανικού Εθνικού Στρατού προς την Ελλάδα!

Προσθέστε σχόλιο


 
Ο αυτοαποκαλούμενος «Αλβανικός Εθνικός Στρατός» (UKSH – Ushtria Kombetare Shqiptare), σύμφωνα με τον ειδησεογραφικό αλβανικό τηλεοπτικό σταθμό News 24 και τον ειδησεογραφικό ιστότοπο Balkanweb, με ανακοίνωση στο διαδίκτυο, την οποία απέστειλε και στα Μ.Μ.Ε. των Τιράνων, του Κοσόβου, των Σκοπίων, του Πρέσεβο και του Ουλτσίνιε Μαυροβουνίου, ανακοίνωσε, ότι ξεκίνησε τις προετοιμασίες για τις, πρώτες στρατιωτικές επιχειρήσεις με στόχο την ίδρυση...της «Εθνικής Αλβανίας», (δηλαδή της Μεγάλης Αλβανίας, η οποία επεκτείνεται σε αρκετές περιοχές πέραν των σημερινών ορίων του αλβανικού κράτους).
 
Ο UKSH επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι «ήρθε ο καιρός να απαλλαγούμε από τους Σέρβους, σλαβο-μακεδόνες και έλληνες κατακτητές, οι οποίοι ούτε στιγμή δε σταμάτησαν να σκοτώνουν αθώο αλβανικό πληθυσμό που ζει στα πατροπαράδοτα εδάφη του, γι΄ αυτό και ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος».



hellenicspace/Epirus-Ellas

Τα σημάδια τού καιρού

Προσθέστε σχόλιο
Παλιότερα οι κάτοικοι του χωριού, όταν ακόμη δεν είχε φτάσει η τηλεόραση και τα άλλα ΜΜΕ, είχαν τον δικό τους μοναδικό τρόπο για να μαντέψουν τον καιρό.

Έτσι πριν κάνουν οτιδήποτε αγροτικές εργασίες κοίταζαν τα σημάδια από τη συμπεριφορά των πουλιών και των ζώων, καθώς και τις αλλαγές στη φύση, σύμφωνα με μαρτυρίες παλιότερων οι προβλέψεις ήταν τις πιο πολλές φορές σωστές .

Ας δούμε μερικά από τα σημάδια που χρησιμοποιούσαν οι παλιότεροι:

1. Αν τα χελιδόνια πετούσαν χαμηλά ερχόταν βροχή

2. Αν τα σύννεφα ήταν έντονα, γκρίζα και μαύρα ερχόταν καταιγίδα

3. Όταν κατά τη δύση του ήλιου το χρώμα του ουρανού ήταν έντονο κίτρινο θα έβρεχε όλη την νύχτα

4. Κατά τη δύση του ήλιου τα κοκκινωπά χρώματα είναι έντονα θα έχει καλό καιρό την επόμενη μέρα

5. Όταν τα βατράχια έβγαιναν την νύχτα και «τραγουδούσαν» η επόμενη μέρα θα ήταν ηλιόλουστη με αρκετή ζέστη!!!

6. Όταν είχε φεγγάρι με φωτοστέφανο , αυτό σήμαινε πως θα είχε δυνατό αέρα.

7. Τα αστέρια όταν ήταν θολά, η επόμενη μέρα θα ήταν βροχερή.

8. Όταν το φθινόπωρο αργούσαν να πέσουν τα φύλλα των δέντρων θα ερχόταν βαρύς χειμώνας.

9. Αν η αράχνη ύφαινε μακριές κλωστές στον ιστό της θα ερχόταν καλοκαιρία

10. Όταν η γάτα έπλενε το πρόσωπο της και κοιτούσε προς την δύση ο καιρός θα ήταν βροχερός

11. Όταν η στάχτη στο τζάκι ήταν αραιή (πιο ρευστή) θα χαλούσε ο καιρός.
Διαφημίσεις