Το πρώτο δημοψήφισμα έγινε στη Μασαχουσέτη το 1778 για την έγκριση από τους κατοίκους της πολιτείας αυτής του Αμερικανικού Συνάγματος. Στη συνέχεια, υιοθετήθηκε από τη Γαλλία, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, και την Ελβετία, όπου οργανώθηκε συστηματικά η άσκησή του με το Σύνταγμα του 1848. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο θεσμός του δημοψηφίσματος καθιερώθηκε στα Συντάγματα πολλών χωρών του κόσμου.
Στην Ελλάδα το δημοψήφισμα θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1927 (άρθρο 125 παρ. 2) και αφορά το συνταγματικό δημοψήφισμα. Στο ισχύον Σύνταγμα του 1975 ρυθμίζεται στο άρθρο 44 παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε με την αναθεώρηση του 1986 και τον εκτελεστικό νόμο 4023/11, και προβλέπεται:
Για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από δημοσιονομικά. Προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών (180 βουλευτές), ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου (120 βουλευτές).
Για κρίσιμα εθνικά θέματα. Προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών (151 βουλευτές), που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Στη χώρα μας έχουν γίνει συνολικά επτά δημοψηφίσματα σ’ ένα διάστημα 54 ετών (1920-1974), όπου κυριαρχούσε το πολιτειακό ζήτημα (βασιλευομένη ή αβασίλευτη δημοκρατία). Τα έξι δημοψηφίσματα αφορούσαν το πολιτειακό και το ένα την έγκριση Συντάγματος. Μάλιστα, τα τρία από τα επτά δημοψηφίσματα διενεργήθηκαν από δικτατορικές κυβερνήσεις.
Μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη προκήρυξε δημοψήφισμα «περί επανόδου της Α.Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου εις την Πατρίδαν» (11 Νοεμβρίου 1920). Το δημοψήφισμα αυτό θεωρήθηκε πλεονασμός, καθότι στις προηγηθείσες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου είχε επικρατήσει το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο είχε ταχθεί υπέρ της επανόδου του βασιλιά Κωνσταντίνου (είχε παραιτηθεί υπέρ του γιου του Αλέξανδρου το 1917) και το αντιπολιτευόμενο Κόμμα των Φιλελευθέρων είχε παραδεχτεί ότι το δυναστικό είχε λυθεί.
Δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924
Στις 25 Μαρτίου του 1924 η Βουλή ενέκρινε ψήφισμα «περί εκπτώσεως της Δυναστείας και ανακηρύξεως της Δημοκρατίας», το οποίο είχε υποβάλλει η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Υπέρ ψήφισαν οι 283 βουλευτές που ήταν παρόντες, ενώ απείχαν οι προοδευτικοί Φιλελεύθεροι του Γεωργίου Καφαντάρη. Οι αντιβενιζελικές δυνάμεις δεν εκπροσωπούνταν στη Βουλή, καθώς απείχαν από τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου του 1923. Το ψήφισμα της Βουλής τέθηκε σε δημοψήφισμα, το οποίο διενεργήθηκε στις 13 Απριλίου. Το «Ναι» συγκέντρωσε το 69,78% των εγκύρων ψήφων και το «Όχι» το 30,02%.
Μετά το στρατιωτικό κίνημα της 10ης Οκτωβρίου 1935 με επικεφαλής τους υποστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, υποναύαρχο Δημήτριο Οικονόμου και υποπτέραρχο Γεώργιο Ρέππα και την εκπαραθύρωση του νόμιμου πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη, πρωθυπουργός ορκίζεται ο Γεώργιος Κονδύλης, που απολαμβάνει της εμπιστοσύνης μόνο 82 μελών της Βουλής.
Δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946
Μετά τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, η κυβέρνηση του Ντίνου Τσαλδάρη διενεργεί δημοψήφισμα την 1η Σεπτεμβρίου για την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β' που βρισκόταν εκτός Ελλάδος από την Κατοχή. Σύμφωνα με ψήφισμα της Βουλής, στο δημοψήφισμα θα υπήρχαν δύο ψηφοδέλτια, το ένα θα ανέγραφε «Βασιλεύς Γεώργιος» και το άλλο θα ήταν «λευκό». Το δημοψήφισμα έγινε την 1η Σεπτεμβρίου, σε μία εποχή που ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν στο αρχικό του στάδιο. Υπέρ της επανόδου του βασιλιά ψήφισε το 68,40%, ενώ το λευκό συγκέντρωσε το 31,60% των έγκυρων ψήφων.
Η στρατιωτική δικτατορία προκηρύσσει δημοψήφισμα για την επικύρωση του νέου Συντάγματος, που είχε συντάξει επιτροπή υπό τον τέως Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας Χαρίλαο Μητρέλια και είχε εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο. Το «Ναι» συγκέντρωσε το 92,10% των έγκυρων ψηφοδελτίων και το «Όχι» 7,89%. Το δημοψήφισμα χαρακτηρίστηκε «νόθο».
Μετά την αποτυχία του βασιλικού κινήματος του Ναυτικού (Μάιος 1973), η στρατιωτική κυβέρνηση αποφασίζει την κατάργηση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση Προεδρικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Παράλληλα, προβαίνει και σε τροποποιήσεις του Συντάγματος του 1968. Το νέο τροποποιημένο Σύνταγμα αποφασίζεται να τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού δια δημοψηφίσματος. «ΝΑΙ» ψηφίζει το 78,4% του εκλογικού σώματος και «ΟΧΙ» το 21,6%.
Μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας στην Ελλάδα (23 Ιουλίου 1974) και τη σαρωτική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής προκηρύσσει δημοψήφισμα για την οριστική λύση του Πολιτειακού Ζητήματος. Στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου, υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας καταμετρήθηκε το 69,2% των έγκυρων ψήφων και υπέρ της Βασιλευομένης Δημοκρατίας το 30,8%. Υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας είχαν ταχθεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΕΚΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ενωμένη Αριστερά), ενώ η Νέα Δημοκρατία τήρησε ουδέτερη στάση.
Όπως επεσήμανε ο Πρωθυπουργός, το μεσημέρι του Σαββάτου θα συγκληθεί η Ολομέλεια της Βουλής για να επικυρώσει την πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, ενώ το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί την Κυριακή, 5 Ιουλίου. Για την απόφαση έχουν ενημερωθεί η καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ και ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, καθώς και Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, τόνισε ο κ. Τσίπρας.
