Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Παπαφλέσσας - Ο αρχιμανδρίτης που αγάπησε τις γυναίκες, το ποτό και την επανάσταση.

Προσθέστε σχόλιο
Παπαφλέσσας


Τα «ράσα δεν κάνουν τον παπά», λέει ο λαός, και η ρήση αυτή ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση του ήρωα του ’21, Γρηγόριου Δικαίου, γνωστού ως Παπαφλέσσα. Ήταν ένας άνθρωπος ακραίος, που αγάπησε τις γυναίκες, το γλέντι και τη δράση, προκαλώντας αντιπαλότητες, αλλά ο ηρωικός του θάνατος στο Μανιάκι έσωσε την υστεροφημία του.

«Θα γυρίσω ή Δεσπότης ή Πασάς»

Η ορμητική φύση του Παπαφλέσσα


Γεννημένος στη Μεσσηνία το 1788, ο Παπαφλέσσας κληρονόμησε μια ορμητική φύση. Αφού συγκρούστηκε με Τούρκο αξιωματούχο, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Πριν φύγει, είχε υποσχεθεί ότι θα επέστρεφε «ή Δεσπότης ή Πασάς». Εκεί, ήρθε σε επαφή με τη Φιλική Εταιρεία, όπου η ανυπομονησία του τον οδήγησε να απειλήσει ακόμη και τον Αναγνωστόπουλο με μαχαίρι, απαιτώντας να μάθει το όνομα του αρχηγού.


Ο «γυναικάς» και ο επαναστάτης


Δεν ήταν ο κλασικός συνωμότης. Η διαγωγή του, γεμάτη γλέντια και κοινωνική ζωή που ξέφευγε από τα εκκλησιαστικά πλαίσια, τον έκανε συχνά στόχο της τούρκικης αστυνομίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα, κρυβόταν ένας φλογερός πατριώτης που πίστευε ακράδαντα στην Επανάσταση.


Χρησιμοποίησε κάθε μέσο, ακόμα και πλαστά έγγραφα ή υπερβολές για την ετοιμότητα της Πελοποννήσου, προκειμένου να πείσει τους οπλαρχηγούς – αν και πολλοί, όπως ο Ανδρέας Ζαΐμης, αμφισβητούσαν τους ισχυρισμούς του, χαρακτηρίζοντάς τους «σχεδόν μπερμπάντικους».


Ο Παπαφλέσσας στη μάχη


Η τελευταία μάχη στο Μανιάκι


Το 1825, με τον Ιμπραήμ να αποβιβάζεται στον Μοριά, ο Παπαφλέσσας έκανε την απόλυτη υπέρβαση. Ζήτησε την απελευθέρωση των οπλαρχηγών (που ο ίδιος είχε βοηθήσει να φυλακιστούν κατά τον Εμφύλιο) για να αντιμετωπίσουν τον κοινό κίνδυνο. Όταν δεν εισακούστηκε, πήρε τον δρόμο για το Μανιάκι με ελάχιστους άντρες απέναντι στις 6.000 του Ιμπραήμ.


Στις 20 Μαΐου 1825, ο Παπαφλέσσας έπεσε μαχόμενος. Ο θρύλος λέει ότι ο ίδιος ο Ιμπραήμ, εντυπωσιασμένος από τη γενναιότητά του, φίλησε το άψυχο σώμα του, αναγνωρίζοντας το μέγεθος του αντιπάλου του.


Η αυτοθυσία του διέγραψε τις σκιές του παρελθόντος, τοποθετώντας τον για πάντα στο πάνθεον των ηρώων που απέδειξαν ότι τα ράσα, στα χέρια ενός πραγματικού αγωνιστή, γίνονται το πιο δυνατό όπλο για την ελευθερία.


Πηγή: «Τα ψιλά γράμματα της επανάστασης» του Θόδωρου Δ. Παναγόπουλου.

Ο Πάπας διέταξε να αφανιστούν οι γάτες,γιατί πίστευε ότι ήταν ο σατανάς... Και μετά ήρθε η πανούκλα…

Προσθέστε σχόλιο
Μεσαιωνική απεικόνιση γάτας


Όταν ο Πάπας Γρηγόριος ο Ένατος ενοχοποίησε τις γάτες, συνδέοντάς τις με τη λατρεία του Διαβόλου το 1233, οι Ευρωπαίοι ξεκίνησαν μια μαζική εξόντωσή τους. Η υπακοή στην αυθεντία του ιεράρχη οδήγησε σε ακραίες πρακτικές, καθώς η ατυχία των ζώων συνδέθηκε άρρηκτα με το κυνήγι των μαγισσών.


Οι Διώξεις και οι Δεισιδαιμονίες


Πολλές γυναίκες, κατηγορούμενες για μαγεία, αναγκάζονταν υπό το κράτος των βασανιστηρίων να ενοχοποιήσουν τα κατοικίδιά τους, υποστηρίζοντας ότι μεταμορφώνονταν σε γάτες ή ότι ο Σατανάς είχε εισχωρήσει σε αυτές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Agnes Waterhouse στην Αγγλία, η οποία εκτελέστηκε μαζί με τον γάτο της, τον «Σατανά».


  • Η εξόντωση δεν αφορούσε μόνο τις μαύρες γάτες, αλλά το είδος γενικότερα.
  • Συχνά ακολουθούνταν αποτρόπαιες πρακτικές, όπως το χάραγμα του δέρματος σε σχήμα σταυρού για την «εκδίωξη του διαβόλου».
  • Την περίοδο του Πάσχα και της Καθαράς Δευτέρας, υπήρχαν έθιμα καύσης γατών, συχνά συνοδευόμενα από ύμνους.
  • Στις δίκες των Ναϊτών Ιπποτών (1307-1314), η λατρεία των γατών συμπεριλήφθηκε στις κατηγορίες.
  • Το 1484, η καταδίωξη κλιμακώθηκε με νέα παπική αποκήρυξη κατά των γατών και των ιδιοκτητών τους.

Η «Πανούκλα» ως Συνέπεια


Η μαζική εξόντωση των γατών είχε μοιραίες συνέπειες. Η απουσία των φυσικών θηρευτών επέτρεψε στον πληθυσμό των ποντικών και των αρουραίων να αυξηθεί ανεξέλεγκτα, διευκολύνοντας τη μετάδοση της βουβωνικής πανώλης.


Η επιδημία, γνωστή ως «Μαύρος Θάνατος», αφάνισε περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους. Η κατάσταση της Ευρώπης τον 14ο αιώνα, με την έντονη φτώχεια και τον υποσιτισμό, λειτούργησε ως ιδανικό περιβάλλον για την εξάπλωση της νόσου, η οποία πήρε το όνομά της από το χρώμα που έπαιρναν τα πρόσωπα των θυμάτων.

Το 1944 η απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ

Προσθέστε σχόλιο

Η Συνωμοσία της 20ής Ιουλίου 1944: Το Χρονικό μιας Αποτυχημένης Απόπειρας

Απόπειρα δολοφονίας Χίτλερ

Βερολίνο, 20 Ιουλίου 1944. Ο συνταγματάρχης Κλάους φον Στάουφενμπεργκ επιβιβάζεται σε ένα JU 52 με προορισμό το αρχηγείο του Χίτλερ, το «Wolfsschanze» (Λημέρι του Λύκου), 600 χιλιόμετρα μακριά. Στόχος του: η εξόντωση του Χίτλερ και η ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος.


Η Επιχείρηση


Ως επικεφαλής του γενικού στρατηγείου των δυνάμεων εσωτερικού της Βέρμαχτ, ο Στάουφενμπεργκ είχε την ευκαιρία να έρθει σε άμεση επαφή με τον δικτάτορα. Ο Κουρτ Ζάλτεμπεργκ, φρουρός στο αρχηγείο εκείνη την ημέρα, περιγράφει την είσοδο του Στάουφενμπεργκ. Ο συνταγματάρχης κρατούσε έναν χαρτοφύλακα, ο οποίος περιείχε δύο βόμβες.


Στις 12:40, ο Στάουφενμπεργκ τοποθέτησε τον χαρτοφύλακα δίπλα στον Χίτλερ και αποχώρησε με το πρόσχημα ενός τηλεφωνήματος. Ωστόσο, δύο λεπτά πριν από την έκρηξη, ο συνταγματάρχης Μπραντ, αγνοώντας το περιεχόμενο, μετακίνησε τον χαρτοφύλακα στην άλλη πλευρά του ποδιού του τραπεζιού. Αυτή η τυχαία κίνηση έσωσε τη ζωή του Χίτλερ.


Γιατί απέτυχε η απόπειρα;

«Εάν η συνάντηση είχε γίνει σε καταφύγιο, τότε με βεβαιότητα ο Χίτλερ θα ήταν νεκρός», εξηγεί ο ιστορικός Γιοχάνες Τούχελ.


Η έκρηξη προκάλεσε χάος, αλλά ο Χίτλερ επέζησε. Ο Στάουφενμπεργκ, πεπεισμένος ότι η αποστολή του είχε επιτύχει, έσπευσε στο Βερολίνο για να ηγηθεί της ανατροπής, όμως το πραξικόπημα κατέρρευσε.


Οι συνέπειες και η μνήμη του γιου


Ακολούθησε μια ανελέητη εκστρατεία εκδίκησης. Οι συνωμότες εκτελέστηκαν, ενώ οι οικογένειές τους, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών του Στάουφενμπεργκ, οδηγήθηκαν σε ειδικές εγκαταστάσεις της Γκεστάπο.


Ο γιος του, Μπέρτχροντ, ήταν τότε μόλις δέκα ετών. Θυμάται το σοκ της είδησης, αλλά τονίζει κάτι σημαντικό: «Ποτέ δεν θεώρησα τον πατέρα μου εγκληματία». Παρά τις στημένες δίκες που ακολούθησαν, ο Μπέρτχροντ ακολούθησε στρατιωτική καριέρα, επιδιώκοντας να τιμήσει τη μνήμη του πατέρα του.


«Δεν θυσίασε τη ζωή του για το τότε κράτος, αλλά για τη Γερμανία».


Πηγή: Deutsche Welle

Διαφημίσεις