Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Σλάβοι που εποίκισαν τον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα

1 Σχόλια

Από τον στ΄ αιώνα κι ύστερα, κατέβηκαν κι εγκαταστάθηκαν πολλοί Σλάβοι στον ελλαδικό χώρο. Από την Πελοπόννησο, πέρασαν στα νησιά τού Αιγαίου κι έφτασαν ως την Κρήτη αλλάζοντας την εθνογραφική σύνθεση τού πληθυσμού.

Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μνημονεύοντας το γεγονός λέει, πως «εσλαυώθη πάσα η χώρα». Αιώνες αργότερα στο χώρο εγκαταστάθηκαν κι άλλοι επήλυδες, κυρίως Αρβανίτες, Βλάχοι κ.ά.

Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Ενώς ακόμα κι ως σήμερα, οι Βλάχοι κυρίως κι οι Αρβανίτες σε πολλές περιοχές ξεχωρίζουν από τον άλλο πληθυσμό από τα ήθη και έθιμα κι ιδιαίτερα από τη γλώσσα τους, οι Σλάβοι εξαφανίστηκαν; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι δύσκολη.

Θα υπενθυμίσω πρώτα, πως σ΄ όλη την Ελλάδα υπάρχουν χιλιάδες σλάβικα τοπωνύμια. Στη νεοελληνική γλώσσα υπάρχουν επίσης σλάβικες λέξεις. Θα εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα χωρίς εθνικιστικές παρωπίδες. Η μισαλλοδοξία κι ο σωβινισμός δεν έχουν θέση στην ιστορική έρευνα.

Εισβολές, πόλεμοι, επιδημίες, πειρατεία, διώξεις

Όταν λέμε «το ελληνικό έθνος δια μέσου των αιώνων» είναι λάθος. Η έννοια τού «ελληνικού έθνους» δεν υπήρχε πριν τον ιη΄ αιώνα. Ο μύθος τής δήθεν φυλετικής συγγένειας με τους αρχαίους Έλληνες των διαφόρων λαών (Σλάβων, Αλβανών, Βλάχων, Βορειοαφρικανών, Αρμενίων, Τούρκων κ.ά), που επί μιάμιση χιλιετία είχαν επανειλημμένα εποικίσει τον ελλαδικό χώρο, άρχισε να πλάθεται μόλις στις αρχές τού ιθ΄ αιώνα, ενώ από την τρίτη δεκαετία του και μετά, αποτέλεσε την αιχμή τού δόρατος των εθνοποιητικών μηχανισμών τού νεοσυσταθέντος χριστιανικού κρατιδίου διδασκόμενος ως ιστορική δήθεν αλήθεια στα σχολεία.

Ήταν πολλές οι καταστροφές στον ελλαδικό χώρο όλους αυτούς τούς αιώνες. Εκτός από τις εισβολές, τούς πολέμους και τις βυζαντινές διώξεις, αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα επιβίωσης από την πειρατεία (ολόκληρα νησιά και παράλιες -και όχι μόνον- περιοχές είχαν μείνει για αιώνες έρημες), αλλά κυρίως από τις επιδημίες, ειδικά τής πανώλης, που είχε επανειλημμένα αποδεκατίσει τούς πληθυσμούς.

Δεν υπάρχουν φυλετικά καθαροί λαοί

Κανένας λαός δεν είναι καθαρόαιμος. Από το Μεσαίωνα κι έπειτα, με τις μεταναστεύσεις των λαών στην Ευρώπη και Μεσόγειο, έγιναν πολλές εθνογραφικές αλλαγές. Όμως και στα αρχαία χρόνια είχε γίνει το ίδιο. Οι Έλληνες, από τα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου κι ύστερα, κατά χιλιάδες μετανάστευσαν στην Ανατολή και ανακατώθηκαν με τούς ντόπιους. Και πριν ακόμα, στα χρόνια τής περσικής αυτοκρατορίας, είχαν γίνει σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών στην Ανατολή και ανακάτεμα λαών.

Κι ακόμα, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως στην αρχαία Ελλάδα έγιναν χιλιάδες απελευθερώσεις δούλων, πού προέρχονταν από την Ανατολή και Μεσόγειο, που ήταν «βάρβαροι», καθώς και πολλές επιγαμίες με ξένους. Συνακόλουθα, από τον ε΄ αιώνα κι ύστερα, ο πληθυσμός τής αρχαίας Ελλάδας δεν ήταν καθαρόαιμος. Στην ελληνιστική εποχή και στη ρωμαϊκή, στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν πολλοί ξένοι (Ρωμαίοι, Ανατολίτες).

Το ότι στον ελλαδικό χώρο επικράτησε η ελληνική γλώσσα -η κοινή, όχι η αρχαία- αυτό οφειλόταν στο ότι ήταν η γλώσσα των εμποροβιοτεχνικών και πολιτιστικών κέντρων, όχι μόνο τής Ελλάδας, αλλά και τής Ανατολής. Οι Ρωμαίοι δεν μπόρεσαν να επιβάλουν τη γλώσσα τους στην Ανατολή και η άρχουσα τάξη τού Βυζαντίου αναγκάστηκε να καθιερώσει σαν επίσημη γλώσσα την ελληνική, ενώ πριν ήταν η λατινική. Δεν είναι λοιπόν η γλώσσα το αποφασιστικό γνώρισμα τής φυλετικής καταγωγής ενός λαού, αλλά άλλοι παράγοντες.

Δεν εξελληνίστηκαν, εκβυζαντινίστηκαν

Θεωρητικοί τής Ρωμιοσύνης προπαγανδίζουν, ότι όλοι αυτοί οι λαοί, που ήρθαν στον ελλαδικό χώρο το Μεσαίωνα, εξελληνίστηκαν. Πρόκειται περί ιστορικού ψεύδους. Οι λαοί αυτοί, αργά ή γρήγορα εκβυζαντινίστηκαν ή σωστότερα, εκρωμαΐστηκαν, δηλαδή πήραν τη θρησκεία (χριστιανισμό) αν δεν ήταν ήδη χριστιανοί και -παράλληλα με τη μητρική τους- την επίσημη γλώσσα τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (που από τον ζ΄ αιώνα κι ύστερα ήταν η ρωμέικη). Δεν εξελληνίστηκαν, καθ΄ ότι δεν υπήρχαν στοιχεία τού ελληνικού πολιτισμού (παιδεία, αθλητισμός κ.λπ.) στο Βυζάντιο.

Ιστορικά στοιχεία

Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος αναφερόμενος στην επανάσταση των Σλάβων στην Πελοπόννησο («Ιστορία τού ελληνικού έθνους», τ. Γ΄, σελ. 170-172) επισημαίνει, ότι το όνομα Έλληνας ούτε καν υπήρχε, τουλάχιστον έως και τον ι΄ αιώνα.

Το ότι ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν τα ρωμέικα (σήμερα τα λέμε ελληνικά), δεν σημαίνει, ότι είχαν καμία άμεση φυλετική σχέση με τούς αρχαίους Έλληνες, όπως κι αν πάει τώρα κάποιος στην Αμερική, θα μάθει τα αγγλικά χωρίς να είναι απαραίτητα αγγλικής καταγωγής ούτε αυτός ούτε κι οι άλλοι, που ήδη βρίσκονται εκεί και μιλάνε αγγλικά.

Αν διαβάσετε σημειώσεις των περιηγητών στον ελλαδικό χώρο το Μεσαίωνα μέχρι και τον ιθ΄ αιώνα, θα δείτε σε πολλές περιπτώσεις να αναφέρουν, ότι πέρασαν από ολόκληρες περιοχές χωρίς να ακούσουν καν ελληνικά. Αλλά κι ελληνικά να άκουγαν, δεν σημαίνει -για τούς λόγους, που προαναφέρθηκαν- ότι αυτοί που τα μιλούσαν ήταν απόγονοι αρχαίων Ελλήνων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τής πολυγλωσσίας στον ελλαδικό χώρο τον ιθ΄ αιώνα αποτελεί η πολύ πετυχημένη λαϊκή κωμωδία τού Δ. Βυζάντιου, «Βαβυλωνία». Σε μία σκηνή της, ένας Αρβανίτης, που δεν καταλαβαίνει ένα Κρητικό, νομίζοντας πως ο τελευταίος τον έχει προσβάλλει, τον τραυματίζει με μια πιστολιά. Φτάνει η αστυνομία, γίνονται ανακρίσεις από Επτανήσιο αστυνόμο, ο οποίος παρά την ανακριτική του πείρα, δεν τα καταφέρνει να εξακριβώσει αν ο τραυματισμός τού Κρητικού είναι κάζο πενσάτο (εκ προμελέτης) ή ατσιντέντε (τυχαίο), επειδή ούτε αυτός καταλαβαίνει τους μάρτυρες ούτε οι μάρτυρες αυτόν.

Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα τού Αμερικανού εθελοντή Bolse στην εφημερίδα τής Φιλαδέλφειας «Democratic Press» (φύλλο 13.12.1826), για το Ναύπλιο τού 1826: «Τα καφενεία τής πόλης κατάμεστα από στρατιώτες, που παίζουν μπιλιάρδο ή κουβεντιάζουν. Ούτε στην αρχαία Βαβυλώνα δεν ακούγονταν τόσες γλώσσες όσες στο σημερινό Ναύπλιο.» (Κ. Σιμόπουλου: Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα τού ΄21, έκδ. «Στάχυ», 1999).

Παρ΄ όλα αυτά και παρ΄ όλη την επιχείρηση τού νεοελληνικού έθνους-κράτους να επιβάλει την ελληνική με χιλιάδες εξελληνισμούς ονομάτων, τοπωνυμιών, με τη διδασκαλία της στα σχολεία, αλλά και δια τής βίας πολλές φορές, ακόμα και στις μέρες μας χιλιάδες τοπωνύμια και μη ελληνικές λέξεις (σλάβικες, αλβανικές, τούρκικες κ.λπ.) επιβιώνουν στη γλώσσα μας, ενώ πολλοί άνθρωποι ακόμα και σήμερα σε ολόκληρα χωριά σε ορισμένες περιπτώσεις, μιλούν τη μητρική τους γλώσσα (βλάχικα, αρβανίτικα κ.ά.).

Οι σημερινοί ελληνόφωνοι χριστιανοί κάτοικοι τού ελλαδικού χώρου δεν είναι φυλετικοί απόγονοι ή πνευματικοί κληρονόμοι των αρχαίων Ελλήνων, των Αθηναίων, τής δημοκρατίας, των φιλοσόφων κ.λπ. Είναι επήλυδες, Βαλκάνιοι και όχι μόνον, ορθόδοξοι, με έντονη ανάμειξη τής οθωμανικής κουλτούρας. Έμαθαν να επιβιώνουν σε αυτοκρατορίες δεσποτικές (Βυζάντιο, Τουρκοκρατία) αναπτύσσοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και πολλά άλλα ελαττώματα, με σκέψη εντελώς διαφορετική από αυτή τού δυτικού κόσμου.

Ο εκβυζαντινισμός των σλάβων

Η βυζαντινή κυβέρνηση πολλές φορές επέβαλε αναγκαστικές μετατοπίσεις πληθυσμών από το ένα μέρος στα άλλο. Όταν μάλιστα εμφανίστηκαν οι Βούλγαροι και απειλούσαν το Βυζάντιο με τις επιδρομές τους, επειδή οι σλαβικοί πληθυσμοί υποστήριζαν τούς Βουλγάρους, έγιναν τέτοιες ομαδικές μετατοπίσεις. Στις περιοχές δηλαδή, που πλειοψηφούσαν οι Σλάβοι, πολλοί απ' αυτούς μετατοπίστηκαν σε άλλες. Στα χρόνια μάλιστα, που σημειώθηκαν μεγάλες εξεγέρσεις των Σλάβων, οι τέτοιες μετατοπίσεις άλλαξαν τη σύνθεση τού σλαβικού πληθυσμού.

Όταν πάλι αργότερα, οι Βυζαντινοί εγκατάστησαν Αρβανίτες σε αραιοκατοικημένες περιοχές τής Ελλάδας (Κόρινθο, Αττική, Σπάτα, Τατόη, Χαλάνδρι, Λούτσα), οι Σλάβοι ή διώχτηκαν από τις περιοχές αυτές ή αφομοιώθηκαν με τούς νέους εποίκους ανταλλάσσοντας μαζί τους πολιτιστικά στοιχεία (φορεσιές, τραγούδια κ.λπ.). Τα ίδιο έγινε κι όταν εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές (Θεσσαλία, Στερεά και Πελοπόννησο) οι Βλάχοι.

Στα χρόνια τής ανοδικής ανάπτυξης τού Βυζαντίου (από τα χρόνια τής μακεδονικής δυναστείας κι ύστερα), πολλοί Σλάβοι, πού κατοικούσαν κοντά σε εμποροβιοτεχνικά κέντρα, διαφοροποιήθηκαν. Διαλύθηκαν δηλαδή οι κοινότητές τους (ζάντρουγκες) και προκειμένου να μπορούν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους και να συναλλάσσονται με τα αστικά κέντρα, έμαθαν τα ελληνικά. Μέσα στα διάβα δεκατριών αιώνων έγιναν πολλές αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση των Σλάβων και η φυλετική τους σύνθεση έχασε την αρχική της υπόσταση και μορφή.

Οι πρώτοι, που έμαθαν τα ελληνικά ήταν οι προύχοντες Σλάβοι. Ο αρχηγός των Σλάβων, πού ήταν εγκαταστημένοι γύρω στη Θεσσαλονίκη, τον ζ΄ αιώνα, «ελάλει την ελληνική» (βλ. αββά Τougard: «De l΄histoire profane dans les actes des Bollandistes», Παρίσι, 1874, κεφ. 67). Δεν θέλει ερώτημα, πως αργότερα η εκμάθηση των ελληνικών γενικεύτηκε. Εξ άλλου, από τα «Τακτικά» τού Λέοντα τού Σοφού μαθαίνουμε, πως ο Βασίλειος Α΄ (9ος αιώνας) «εγραίκωσε τα σλαβικά έθνη», δηλαδή ανάγκασε με τη βία τούς Σλάβους να μάθουν την ελληνική γλώσσα (Migne P.G., τ. 107, 969).

Εξ άλλου, στο αναμεταξύ οι Σλάβοι προσχώρησαν στο χριστιανισμό και τα μοναστήρια τράβηξαν πολλούς Σλάβους σ΄ αυτά, ενώ με την προπαγάνδα των καλόγερων, η κοινή ελληνική διαδόθηκε και στα σλαβικά χωριά.

Πολλοί Σλάβοι επίσης, υπηρετούσαν στο βυζαντινό στρατό, όπου έμαθαν την κοινή ελληνική. Όπως γίνεται και σήμερα, που ο στρατός, τα Μ.Μ.Ε. και τα σχολεία έχουν επιβάλει την ομιλούμενη δημοτική γλώσσα και στα απόκεντρα χωριά, στα νησιά και στην Κρήτη, όπου ως τις αρχές τού περασμένου αιώνα οι ντοπιολαλιές κι οι ξένες λέξεις κάνανε δύσκολη τη συνεννόηση με τούς πρωτευουσιάνους και τούς κατοίκους των μεγάλων πόλεων. Έτσι και στα βυζαντινά χρόνια, από τούς παραπάνω κυριότερους λόγους, οι Σλάβοι ξέχασαν τη γλώσσα τους κι αφομοιώθηκαν γλωσσικά με τούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αφού στο αναμεταξύ έγιναν υπήκοοι τού Βυζαντίου.

Η χώρα «εσλαυώθη» γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος κι η ελληνική χερσόνησος έμεινε γνωστή ως Σκλαβουνία: «Ύστερα από τις Συρακούσες διασχίσαμε την Αδριατική και φτάσαμε στη Μονεμβασία, στη γη τής Σκλαβουνίας» σημειώνει το 741 ο Άγγλος Willibald στο χρονικό τού θαλασσινού ταξιδιού του στην Ελλάδα. (“Ad urbem Manifaciam in sclavinica terra”).

Στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, πολλοί Σλάβοι κατόρθωσαν να πάρουν αξιώματα. Άλλοι επίσης, ως βιοτέχνες και έμποροι, είχαν πιάσει οικονομικά πόστα. Οι Σλάβοι αυτοί, με το να μάθουν την κοινή ελληνική και να έχουν κοινωνική θέση, ήρθαν σε επιγαμίες με Γραικούς. Κι έτσι απ΄ τους γάμους αυτούς, πού ήταν φαίνεται πολλοί, τα παιδιά που γεννήθηκαν ήταν μιγάδες. Με τον καιρό όμως, εξ αιτίας, που οι απόγονοι των μικτών αυτών γάμων μιλούσαν μόνο την κοινή ελληνική, θεωρούνταν Γραικοί-Ρωμιοί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, οι Σλάβοι εκβυζαντινίστηκαν κι έτσι μόνα τα σλαβικά τοπωνύμια μαρτυρούν εμφανώς την εγκατάστασή τους στον ελλαδικό χώρο. Αντίθετα, οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι, πού κατέβηκαν τουλάχιστον πεντακόσια χρόνια αργότερα στο χώρο και ζούσαν σε βουνήσιες και απομονωμένες αγροτικές περιοχές ή και σε περιοχές, πού δεν υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί (χωριά τής Αττικής, Κορίνθου, Ευβοίας, Θεσσαλίας, Ηπείρου κ.λπ.), κράτησαν όχι μόνο τη γλώσσα τους ως τις μέρες μας, αλλά και την πατριαρχική τους οργάνωση έως πρόσφατα.

Ο Longon τοποθετεί τη σλαβική εγκατάσταση στο πλαίσιο τού Χρονικού τής Μονεμβασίας. Ορδές Σλάβων πέρασαν το Δούναβη κι άρχισαν τη διείσδυσή τους στη Βαλκανική. Πότε ακριβώς και σε ποια έκταση εγκαταστάθηκαν οι Σλάβοι στην Πελοπόννησο;

Οι ιστορικοί πιστεύουν, ότι η διείσδυση άρχισε το 584. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το Χρονικό τής Μονεμβασίας, όπου αναφέρεται, ότι η κυριαρχία των Σλάβων στο Μωριά κράτησε 218 χρόνια, από τον έκτο χρόνο τής βασιλείας τού αυτοκράτορα Μαυρικίου (587) ως τον τέταρτο τής βασιλείας τού Νικηφόρου Α΄ (805). (J. Longon: Κριτική παρουσίαση τού έργου τού Antoine Bon: Le Peloponnese byzantin jusqu΄au 1204 - Journal des savants, Avril-Juin, 1952, σελ. 72).

Η χρήση τής κοινής ελληνικής γλώσσας δεν αποτελεί απόδειξη φυλετικής συνέχειας

Από τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις τού Ηράκλειου (ζ΄ αι.) ξεχωριστή σημασία έχει η αναγνώριση τής ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας τού ρωμαϊκού κράτους αντικαθιστώντας στα επίσημα έγγραφα τις επιγραφές και τα νομίσματα το «Imperator Caesar Augustus» με το «Βασιλεύς». Από εδώ και μπρος όλα τα κρατικά έγγραφα γράφονται στην ελληνική και μάλιστα στην κοινή κι όχι στην αττική ή αττικίζουσα.

Στα χρόνια αυτά, το βυζαντινό κράτος στηριζόταν κυρίως στη Μικρά Ασία. Οι άλλες του επαρχίες (Αίγυπτος, Συρία, Μεσοποταμία) είχαν χαθεί. Η Ιταλία αποχωριζόταν όλο και πιο πολύ από το Βυζάντιο, ενώ η Βαλκανική είχε πλημμυρίσει από Σλάβους. Γι΄ αυτό η λατινική, που ήταν έως τότε η γλώσσα των δικαστηρίων, τού στρατού, τής νομοθεσίας και τής κρατικής μηχανής γενικά, ήταν μια νεκρή γλώσσα. Η Μικρά Ασία, το σπουδαιότερο τμήμα τού Βυζαντίου ήταν ελληνόφωνη.

Εξ άλλου, ήταν καιρός πια, το Βυζάντιο να αποκτήσει μια γλώσσα, που να μιλιέται παντού, γιατί έτσι αποκτούσε, παράλληλα με το δόγμα τής Ορθοδοξίας κι ένα ακόμα νέο συνδετικό κρίκο, την κοινή ελληνική. Από εδώ και πέρα, οι βυζαντινές κυβερνήσεις, για να πετύχουν την πολιτική ενότητα τής αυτοκρατορίας, χρησιμοποιούν από τη μια μεριά τη στρατιωτική δύναμη εμποδίζοντας κάθε εκδήλωση φυλετικών αντιθέσεων, κι από την άλλη, καθιερώνοντας την ελληνική ως επίσημη γλώσσα, αναγκάζουν τις διάφορες φυλές να μάθουν ελληνικά και να ενσωματώνονται έτσι ευκολότερα στο Βυζάντιο.

Ελληνική γλώσσα και χριστιανισμός

Ο χριστιανισμός επίσης, συνέβαλε εξ ανάγκης στη διάδοση τής ελληνικής γλώσσας, δεδομένου, ότι ως διεθνής γλώσσα τής εποχής, η ελληνική τον εξυπηρετούσε να πετύχει τον εξουσιαστικό σκοπό τής παγκόσμιας μονοκρατορίας του.

Φρόντισε όμως, να την απονοηματίσει πλήρως, ώστε η διδασκαλία της να περιορίζεται στο γραμματικό μέρος και να απαγορεύει την ανάδειξη τής υψηλής σκέψης, που εμπεριέχεται στα έργα των κλασικών. Αυτά διευκρινίστηκαν στη Ζ΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.), οπότε και συντάχτηκαν οι αναθεματισμοί κατά των νοημάτων τής ελληνικής γλώσσας:

• «Σ΄ αυτούς, που διαβάζουν τα ελληνικά μαθήματα και όχι για (=γραμματική) εκπαίδευση εκπαιδευόμενους, αλλά και δεχόμενους τις έννοιες τους... ανάθεμα τρεις φορές».

• «Σ΄ αυτούς, που δέχονται και παραδίδουν τις μάταιες (=πρωτογενείς) ελληνικές έννοιες των λέξεων («ρήματα»)... ανάθεμα τρεις φορές».

Ο επίσκοπος Νύσσης Γρηγόριος, μάς διαβεβαιώνει, ότι «ξέρει (ο Απ. Παύλος) να χρησιμοποιεί τις λέξεις, όπως τον βολεύει και να προσαρμόζει στη δική του λογική τις σημασίες των λέξεων, ακόμη και στις περιπτώσεις, που η καθιερωμένη χρήση των λέξεων οδηγεί σε άλλες σημασίες».

Ύστερα από τα παραπάνω, πολλές έννοιες τής σημερινής ελληνικής γλώσσας είναι εντελώς διαφορετικές από τις αντίστοιχες προχριστιανικές. Οι σημερινοί άνθρωποι, που μιλούν αυτό, που ονομάζεται κοινή ελληνική γλώσσα, ούτε που υποψιάζονται καν τη βίαιη μετάλλαξή της κατά τη χριστιανική εποχή, οπότε χιλιάδες λέξεις, αγνώριστες νοηματικά, κατάντησαν πραγματικές παγίδες τής σκέψης, που οδηγούν στη μεταφυσική και μυστικιστική παράνοια τού δογματισμού.

Η προχριστιανική σημασία τής λέξης «πίστη», για παράδειγμα, ήταν «εμπιστοσύνη σε πρόσωπο ή πράγμα». Η χριστιανική εξαλλαγή της, εξουσιαστική και μεταφυσική, είναι: «πίστη στο Γιαχβέ». «Αμαρτία» προχριστιανικά σήμαινε «αστοχία». «Αμάρτησα» σήμαινε «δεν πέτυχα το στόχο μου». Σήμερα, αμαρτία σημαίνει κάτι αντίθετο στη θέληση τού Γιαχβέ κ.λπ. κ.λπ.

Επομένως, το επιχείρημα, ότι ο χριστιανισμός έσωσε την ελληνική γλώσσα από τον αφανισμό είναι μάλλον αδόκιμο. Ακριβέστερα θα ήταν αν λεγόταν, ότι ο χριστιανισμός τής Ανατολής έσωσε ένα ελληνικό λεξιλόγιο, αλλά παράλλαξε ή διαστρέβλωσε εσκεμμένα το νόημα των λέξεων δίνοντας σε αυτές άλλο περιεχόμενο, αυτό, που συνέφερε το δόγμα.

Σλαβικά τοπωνύμια καταρρίπτουν εθνικούς μύθους

Η τεράστια πληθυσμιακή μετακίνηση των σλαβικών φυλών αν και ανοργάνωτη, επέφερε νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Χιλιάδες άνθρωποι έφεραν μαζί τους μια καινούργια κουλτούρα, δημιούργησαν χιλιάδες διάσπαρτους αγροτικούς οικισμούς κι έδωσαν σλαβικές ονομασίες στούς τόπους που ρίζωσαν. Αντάλλαξαν πολιτιστικά στοιχεία κι ήρθαν σε επιγαμίες με τον ντόπιο πληθυσμό.

Για περισσότερους από δέκα τέσσερις αιώνες η νέα αυτή πολιτιστική έκφραση κυριάρχησε σε ένα μεγάλο μέρος τής σημερινής Ελλάδας. Οι χιλιάδες οικισμοί, τα χωριά, τα βουνά, τα ποτάμια κ.λπ. των σλάβων εποίκων διατήρησαν τα ονόματά τους μέχρι τις αρχές τού κ΄ αιώνα. Κανείς δεν σκέφτηκε να τα μεταλλάξει στα βυζαντινά χρόνια ούτε στα χρόνια τής οθωμανικής κυριαρχίας.

Όμως, η γενιά των νεοελλήνων σωβινιστών, οι θιασώτες τής Μεγάλης Ιδέας, οι οραματιστές τής νεκρανάστασης τού Βυζαντίου, προχώρησαν σε ένα πολιτιστικό ανοσιούργημα. Έβαλαν σε εφαρμογή σχέδιο απαγόρευσης χρήσης των παλαιών ονομασιών και μετονομασίας τους. Άλλαξαν ακόμα και τα οικογενειακά ονόματα των κατοίκων.

Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη

Σλάβικο όνομα στο Μνημείο τού Άγνωστου Στρατιώτη. Το σλάβικο όνομα Μπάνιτσα (όπου έγινε μάχη κατά τούς βαλκανικούς πολέμους), ξέφυγε τού νεοελληνικού εθνικισμού, ο οποίος ξέχασε, ότι από το 1926 την είχε ήδη βαπτίσει με το ελληνοπρεπές Βεύη (ΦΕΚ 55/1926) κι όταν έξι χρόνια μετά, κατασκεύασε το μνημείο στο Σύνταγμα, εκ παραδρομής την κατέγραψε με το παλιό σλάβικο όνομά της.

Τα δάνεια από τη σλαβική, που επιβιώνουν σήμερα στην ελληνική γλώσσα, προέρχονται ως επί το πλείστον από τη σφαίρα τής γεωργίας, τής κτηνοτροφίας και τής ορολογίας φυτών και ζώων [π.χ. λόγγος (σλαβ. longu), βάλτος (blato) κ.ά.]. Τα σλάβικα τοπωνύμια, τα οποία έχουν καταγραφεί κατά χιλιάδες διάσπαρτας στον ελλαδικό χώρο, αποτυπώνουν την κατανομή των νεοφερμένων πληθυσμών στην περιοχή, αλλά επίσης παρέχουν στοιχεία -γλωσσολογικά και ιστορικά- για την εποχή τής εγκατάστασης και το ρυθμό αμοιβαίας αφομοίωσης με τούς ντόπιους.

Όταν οι σλαβικοί πληθυσμοί άρχισαν να εκβυζαντινίζονται, η σλαβική γλώσσα έπαψε να εξελίσσεται με τη δυναμική, που εξελίχτηκε στις καθ΄αυτό σλαβικές χώρες. Ακόμα, το γεγονός, ότι υπάρχουν ελάχιστα χριστιανικά σλαβικά τοπωνύμια, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο εκχριστιανισμός και η υιοθέτηση τής ελληνικής γλώσσας ήταν διαδικασίες παράλληλες και αλληλένδετες.

Εκτός από τα τοπωνύμια, αρκετές σλάβικες λέξεις επιβιώνουν στη γλώσσα μας έως σήμερα, όπως π.χ. βίτσα, μπουχός (=σκόνη), ντόμπρος (=ειλικρινής), ρούχο, σανός, σβάρνα (=συρόμενο γεωργικό εργαλείο), τσαντήλα (=αραχνοΰφαντο ύφασμα για το στράγγισμα τού τυριού) κ.ά. Ακούστε στο αρχείο ήχου το Τζίμη Πανούση, να εξηγεί με το δικό του μοναδικό τρόπο την ετυμολογία τής λέξης τής γλώσσας μας, η οποία προέρχεται από τη σλάβικη butsa (=εξόγκωμα, προεξοχή).

Ο Fallmerayer, συνέδεσε το ζήτημα των σλαβικών τοπωνυμίων της Ελλάδας, με το ζήτημα τής καταγωγής των Ρωμιών και τον εθνικό μύθο περί τής δήθεν αρχαιοελληνικής καταγωγής τους. Έτσι λοιπόν, εκτός από αυτόν και τα μεσαιωνικά βυζαντινά έργα, που στήριζαν την άποψη του, μπήκαν στο στόχαστρο τού ελληνικού εθνικισμού κι επιχειρήθηκε ν΄ απαξιωθούν (π.χ. «Χρονικόν τής Μονεμβασίας»).

Κι αν μεν τον Fallmeryer τον έβριζαν, τούς βυζαντινούς συγγραφείς τούς χαρακτήριζαν αναξιόπιστους, με τα τοπωνύμια τής χώρας όμως, τις «ανάγλυφες επιγραφές στο έδαφος», τι θα έκαναν; Η άποψη, που δόθηκε από το νεοελληνικό κρατίδιο σε αυτή την ερώτηση, ήταν: οργανωμένη επιχείρηση για τον εξελληνισμό τους.

Η επιχείρηση εξελληνισμού, δεν αφορούσε βέβαια μόνο τα σλάβικα τοπωνύμια, γιατί στη χώρα υπήρχαν ακόμη, χιλιάδες τούρκικα, αρβανίτικα, βλάχικα, βενετσιάνικα λατινικά. Το Βόντεν έγινε Έδεσσα, η Χρούπιστα, Άργος Ορεστικό, η Βαλόβιστα, Σιδηρόκαστρο, το Λαρίγκοβο, Αρναία, οι ποταμοί Βαρντάρ και Μπίστριτσα, Αξιός και Αλιάκμων, το βουνό Καρακάμεν, Βέρμιο, ο οικισμός Κούτλες, Βεργίνα κ.λπ. κ.λπ.

Όσο κι αν πάσχισε ο νεοελληνικός εθνικισμός να εξαφανίσει τα χιλιάδες τοπωνύμια-μαρτυρίες τής σημαντικής σλάβικης παρουσίας στον ελλαδικό χώρο μετονομάζοντας χωριά, βουνά, ποτάμια κ.ά., ακόμα και σήμερα οι ντόπιοι κάτοικοι ονομάζουν το Επιτάλιο Αγουλινίτσα, την Αλφειούσα Βολάντζα, τα Αροάνια Χελμό κ.λπ. κ.λπ. Σημειωτέον, ότι στη Βολάντζα-Αλφειούσα, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη τής Πελοποννήσου, υπάρχουν ακόμα και σήμερα αρκετοί ξανθοί με γαλανά μάτια.

Οι μετονομασίες είχαν σκοπό να απαλλάξουν την ελληνική ύπαιθρο από τυχόν υπολείμματα παλαιών κατακτητών και να αποστομωθούν οι επικριτές τής φυλετικής μας καθαρότητας. Δεν μπορούσε να λέγεται μια πόλη Ζητούνι (σλαβ. Zitun) κι έτσι μετονομάστηκε σε Λαμία.

Γι΄ αυτό έλεγε ο Fallmerayer, ότι «βρίσκει κανείς δίπλα στα ερείπια τής Μαντινείας, τού Αιγίου, τής Ωλένου, των Αμυκλών, τής Mεσσήνης και τής Μεγαλόπολης τόπους και ποταμάκια, που ονομάζονται Γκοριτσά, Βοστίτζα, Καμίνιτσα, Πίρνατσα, Χλουμούτσι, Σλάβιτζα, Βελιγοστή και Αράχοβα. Δεν είναι αναγκαία μια σε βάθος εξέταση, για να διακρίνει κανείς, ότι τέτοια ονόματα δεν μπορεί να βρίσκονται σε μια χώρα, που έχει παραμείνει αρχαιοελληνική, αλλά μάλλον στη Σερβία, στη Βουλγαρία... και, συνεπώς, ότι αυτά έχουν την προέλευσή τους όχι από Έλληνες, αλλά από ανθρώπους, που μιλούσαν σλάβικα».

Η επιχείρηση ελληνοποίησης δεν περιορίστηκε στα τοπωνύμια, αλλά επεκτάθηκε και στα ενοχλητικά επώνυμα, ειδικά αυτά, που έληγαν σε -ωφ, -βιτς κ.λπ. Γνωστός τού συγγραφέα, ο οποίος γεννήθηκε και ζει σε χωριό τής Δράμας, ονομάζεται σήμερα Πετρίδης, αυτός και η οικογένειά του. Δεν ήταν όμως Πετρίδης το οικογενειακό τους όνομα, αλλά Στογιάννης, το οποίο προερχόταν από το βουλγάρικο Στογιανώφ. Διηγείται λοιπόν, πως μια μέρα, μάζεψαν οι χωροφύλακες στο καφενείο τού χωριού τον παππού του κι όσους άλλους είχαν σλάβικα επίθετα και τούς διέταξαν να τα αλλάξουν επί τόπου διαλέγοντας από μια κατάσταση, που περιείχε μόνον ελληνοπρεπή επίθετα. Έτσι, ο παππούς, από Στογιανώφ έγινε Στογιάννης κι εν τέλει... Πετρίδης.

Κάπως έτσι γέμισε η μακεδονική ύπαιθρος και με κρητικά επώνυμα. Πολλοί κάτοικοι τής Μακεδονίας με σλάβικα επώνυμα τα άλλαξαν με ελληνοπρεπή λήγοντα σε -άκης. Αυτοί δεν είναι κρητικής, αλλά -προφανώς- σλάβικής καταγωγής.

Η Μακεδονία ήταν πάντα ένα πολυεθνικό μωσαϊκό. Ελληνική έχει βαφτιστεί από τον νεορωμέικο εθνικισμό και το μεγαλοϊδεατισμό, οι οποίοι εξακολουθούν -όπως φαίνεται- να ζουν και να βασιλεύουν στις σημερινές στρατιωτικές σχολές τής χρεωκοπημένης Ρωμιοσύνης. Τέτοιες συμπεριφορές χαρακτηρίζουν το Μεσαίωνα, που επικρατεί στούς εγκεφάλους και την ποιότητα τής σκέψης των σύγχρονων νονών. Με το να μετονομάζει μια ευρωπαϊκή χώρα ένα τόπο, για να ξορκίσει το γεγονός τής εκεί ύπαρξης Αρβανιτών, Βλάχων κ.ά., το μόνο που επιτυγχάνει επί τής ουσίας είναι να αποκαλύπτει τη σημερινή πνευματική και ιδεολογική του ένδεια και ανασφάλεια.

Βιβλιογραφία:

  1. «Ιστορία τού ελληνικού έθνους», έκδ. «Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.», Αθήνα, 1979.
  2. Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου: «Ιστορία τού ελληνικού έθνους», έκδ. Ν. Δ. Νίκας Α.Ε.», Αθήνα, 1930.
  3. Γιάννη Κορδάτου: «Μεγάλη ιστορία τής Ελλάδας», έκδ. «20ός αιώνας», Αθήνα, 1960.
  4. «Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου», έκδ. «Ήλιος», Αθήνα.
  5. «Το περί κτίσεως Μονεμβασίας χρονικόν».
  6. I. Φ. Φαλλμεράυερ: «Περί τής καταγωγής των σημερινών ελλήνων», έκδ. «Νεφέλη», Αθήνα, 1984.
  7. Καρόλου Χόπφ: «Οι σλάβοι εν Ελλάδι. Ανασκευή των θεωριών Φαλλμεράυρ», Βενετία, 1872.
  8. Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», έκδ. Εμπορικής Τράπεζας τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987.
  9. Κώστα Κόμη: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Μάνης, 15ος-19ος αιώνας», έκδ. πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2005.
  10. «Ρίζες ελλήνων - Μανιάτες», έκδ. «Πήγασος εκδοτική Α.Ε.», Αθήνα, 2009.

Η μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανική Εκκλησία

Προσθέστε σχόλιο
«Λατρεία ριζωμένη από τους αιώνες στον Παρθενώνα, που διαδέχθηκε την παρθένον η Αειπάρθενος, την Αθηνά η Αθηνιώτισσα την αρχαία κυρά η Νέα Κυρά, όπως ονομάζεται μια εικών της Παναγιάς εις τας Αθήνας».

Με το γνωστό γλαφυρό του ύφος ο Δ. Καμπούρογλου καταφέρνει να περιγράψει τόσο συνοπτικά τη συνέχεια της θρησκευτικότητας του ελληνισμού επί του Ιερού Βράχου της Ακροπόλεως. Κατά το μεγαλύτερο μάλιστα μέρος της μακραίωνης ιστορίας του, ο Παρθενώνας υπήρξε χριστιανικός ναός, καθότι για σχεδόν μια χιλιετία (αρχές 6ου ως μέσα 15ου αιώνα μ.Χ.), λειτουργούσε ως ναός αφιερωμένος στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την ύστερη αρχαιότητα, σε μια δυσπροσδιόριστη για τους ιστορικούς εποχή, ο Παρθενώνας επλήγη είτε από εκδήλωση σεισμού είτε πυρκαγιάς (πιθανόν εξαιτίας της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα το 267 μ.Χ.).

Σοβαρότατες ζημιές υπέστησαν τότε, τμήματα των κιόνων του, το εσωτερικό του σηκού, καθώς και η στέγη του, με άγνωστο το πότε και πως ανακατασκευάστηκαν. Άγνωστη παραμένει επίσης η ακριβής ημερομηνία της μετατροπής του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό, με τους ειδικούς να την τοποθετούν επί βασιλείας Ιουστινιανού (527-556 μ.Χ.).

Η χρονολόγηση αυτή στηρίζεται στην εύρεση Ιουστιανιάνης κοπής νομισμάτων σε χριστιανικούς τάφους στον πρόναο της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας. Σύμφωνα μάλιστα με μια ανώνυμη χειρόγραφη περιήγηση του 15ου αιώνος μ.Χ. στη βιβλιοθήκη της Βιέννης, ως κτήτορες του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου αναφέρονται κάποιοι Απολλώντας και Ευλίγιος.

Μετατροπή - Αρχιτεκτονικές Παρεμβάσεις

Προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της χριστιανικής λατρείας μας ο Παρθενώνας, υπέστη αρκετές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις έως ότου μετατραπεί σε τρίκλιτη βασιλική.

Επιγραμματικά αναφέρουμε την αλλαγή του προσανατολισμού του ναού, την πρόσθεση μιας αψίδας ανατολικά, την διάνοιξη παραθύρων και θυρών, την ανέγερση κωδωνοστασίου, την δημιουργία υπερώου και την τοίχιση ορισμένων μερών του αρχαίου οικοδομήματος.

Το αξιοπερίεργο και αξιοσημείωτο της μετατροπής του αρχαίου ναού στην «καθολική εκκλησία των Αθηνών», όπως αποκαλείτο αρχικά, ήταν η εμφανής προσπάθεια των βυζαντινών να περιοριστούν στις ελάχιστες δυνατές παρεμβάσεις προκειμένου να διατηρηθεί αναλλοίωτη η όψη του αρχαίου ναού. Έτσι ο ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας παρέμεινε ο αιώνιος Παρθενώνας, που θαυμάζουμε έως σήμερα.

Γλυπτά Παρθενώνα

Οι βυζαντινοί Αθηναίοι, αν και δεν είχαν καμιά υποχρέωση να διασώζουν αρχαία μνημεία, εν τούτοις προσπάθησαν να διατηρήσουν μεταξύ άλλων, σχεδόν ανέπαφο τον Παρθενώνα.

Η ζωφόρος με την Παναθηναία της πομπή, καθώς και οι εναέτιες συνθέσεις του Παρθενώνα, που απεικόνιζαν τον αγώνα ανάμεσα στην Αθηνά και στον Ποσειδώνα δυτικά, και τη γέννηση της θεάς ανατολικά, παρέμειναν εν πολλοίς άθικτες. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ένα μικρό μέρος του ανατολικού αετώματος, που καταστράφηκε κατά την ανέγερση της κόγχης του ιερού της Παναγίας της Αθηνιώτισσας.

Είναι αλήθεια ότι οι ανάγλυφες μετόπες της ανατολικής, βόρειας και δυτικής πλευράς, που απεικόνιζαν μάχες μεταξύ Θεών - Γιγάντων, Ελλήνων - Τρωών και Ελλήνων – Αμαζόνων αντιστοίχως, απολαξεύθηκαν, σε άγνωστη όμως εποχή. Η διατήρηση μιας μετώπης στην βόρεια πλευρά, που θα μπορούσε να πει κανένας ότι ομοιάζει με την απεικόνιση της παραστάσεως του ευαγγελισμού της Θεοτόκου, οδήγησαν πολλούς στο εύκολο και γρήγορο συμπέρασμα ότι καταστροφή του συνόλου των μετοπών συντελέστηκε από χριστιανικά χέρια. Η θεωρία όμως αυτή είναι έωλη, χωρίς την ύπαρξη αντιστοίχων πηγών και αναφορών σε μοναχούς και κληρικούς που γκρέμιζαν μετά ιερού ζήλου αρχαίους ναούς και μνημεία.

Εάν όμως η καταστροφή οφειλόταν στην εχθρική στάση των χριστιανών απέναντι στην ειδωλολατρική θρησκεία, πώς εξηγείται η διατήρηση του λοιπού γλυπτού διακόσμου; Οι μετόπες θα μπορούσαν να είχαν εξίσου εύκολα ακρωτηριαστεί είτε από φανατικούς και μεμονωμένους χριστιανούς της πόλης, είτε από Λατίνους κατακτητές του 13ου αιώνος μ.Χ., είτε από τους Οθωμανούς Τούρκους, είτε από τους δυτικούς περιηγητές της τουρκοκρατίας, είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, φυσική ή μη.

Σε οποιαδήποτε όμως περίπτωση, το βάρος της προσοχής θα έπρεπε να πέφτει στην ηθελημένη διατήρηση από τους βυζαντινούς των εναετίων συνθέσεων του Παρθενώνα και της ζωφόρου που καταληστεύτηκε σε ύστερους αιώνες από του δυτικούς, και όχι στον σε άγνωστο χρόνο και αιτία ακρωτηριασμό των μετοπών.

Διατήρηση ολόκληρων παραστάσεων της αρχαίας τέχνης και θρησκείας στο σημαντικότερο χριστιανικό κέντρο της Αθήνας, αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη για τον σεβασμό, την περηφάνια και την αίσθηση ενότητας που νιώθανε οι βυζαντινοί κάτοικοι της, προς το ένδοξο παρελθόν τους.

Αντιγράφοντας τα λεγόμενα του ιστορικού W. Perkins, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα:

«σε ολόκληρη την επικράτεια της αυτοκρατορίας, οι εναέτιες αυτές συνθέσεις συνιστούν τη μοναδική περίπτωση διατήρησης ενός παγανιστικού γλυπτικού διακόσμου, που επιβίωσε άθικτο στην αρχική του θέση πάνω στην πρόσοψη ενός ναού, που μετετράπηκε σε εκκλησία. Αν ένας αρχαίος έλληνας έκανε ταξίδι στο χρόνο και επισκεπτόταν τον καθεδρικό της μεσαιωνικής Αθήνας, δεν θα είχε καμιά δυσκολία να τον αναγνωρίσει ως το ναό της θεάς Αθηνάς».

Προσκύνημα

Η Αθήνα κατά τα Βυζαντινά έτη μετετράπη σε ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του βυζαντινού κόσμου, εν πλήρη αντιθέσει με τις θεωρίες ερημώσεώς της που οι δυτικοί προσπάθησαν επιμόνως να επιβάλουν.

Η ταυτότητα του Παρθενώνα (και της πόλης γενικότερα) όχι μόνο δεν απωλέσθηκε κατά τη μετατροπή του σε τρίκλιτη βασιλική, αλλά αντίθετα μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε προς το καλύτερο.

Παραδόξως μάλιστα, η σπουδαιότητα του μνημείου ως εκκλησία υπήρξε μεγαλύτερη από τη σημασία που είχε ως ειδωλολατρικό ιερό.

Σχεδόν αμέσως την μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό, έχουμε την εμφάνιση των πρώτων χριστιανικών τάφων πέριξ του ναού, και χαραγμάτων στους κίονες των μνημείων της Ακροπόλεως.

Δύο σημαντικές μορφές της εκκλησίας μας του 10ου αιώνος μ.Χ. συναριθμήθηκαν μεταξύ των προσκυνητών της Παναγίας του Ιερού Βράχου των Αθηναίων. Συγκεκριμένα πρόκειται για τον όσιο Λουκά (μετέπειτα κτήτορας της ομώνυμης Μονής στην Βοιωτία και πιθανώς της βυζαντινής Μονής Αστερίου Υμηττού), ο οποίος ήρθε το 946 μ.Χ. σε εφηβική ηλικία στην Αθήνα, για να ενδυθεί εν συνεχεία το μοναχικό σχήμα και να παραμείνει μεγάλο χρονικό διάστημα στην Αττική και για τον όσιο Νίκωνα τον Μετανοείτε, ο οποίος το 980 μ.Χ. κήρυξε μάλιστα τον ευαγγελικό λόγο στον πιστό λαό της Αθήνας.

Το 1019 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β’ μετά την οριστική επικράτηση του επί των Βουλγάρων στην μάχη του Κλειδίου, επισκέφτηκε την Αθήνα ως πρώτη πρωτεύουσα του ελληνισμού, προκειμένου να προσκυνήσει την Παναγιά την Αθηνιώτισσα και να την ευχαριστήσει για τις επιτυχίες του στο πεδίο των μαχών.

Λατινοκρατία

Παρά την ειρηνική παράδοση της πόλεως των Αθηνών στους κατά τα άλλα «ομόδοξους» δυτικούς, η πόλη αλώθηκε πλήρως.

Μεταξύ άλλων συλήθηκε τότε ο ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας με τα παντός είδους τιμαλφή, αφιερώματα και ιερά λειτουργικά σκεύη είτε να διανέμονται μεταξύ των κατακτητών, είτε να ρευστοποιούνται και να χρησιμοποιούνται για την κοπή νομισμάτων.

Την ίδια θλιβερή τύχη είχαν και πολλοί άλλοι ναοί και μονές της Αθήνας, καθώς και η πλουσιότατη βιβλιοθήκη του Αγίου Μιχαήλ Χωνιάτη επί των Προπυλαίων.

Εν συνεχεία, η Παναγία η Αθηνιώτισσα μετετράπη σε μητροπολιτικό ναό των Λατίνων, υπό την ονομασία «Santa Maria di Atene» και επανδρώθηκε από πλήθος Λατίνων κληρικών και μοναχών που ήρθαν από τη δύση για το σκοπό αυτό.

Ο νέος ηγεμόνας της Αθήνας, φράγκος δούκας Όθωνας ντε λα Ρος (1205-1225 μ.Χ.), άμα τη εγκαταστάσει του στην πόλη, μερίμνησε άμεσα για την ενίσχυση της άμυνάς της.

Τότε ήταν που κατασκευάστηκε το γνωστό Ριζόκαστρο, ένας οχυρωματικός περίβολος στις παρυφές της Ακρόπολης, μήκους 1.240 μέτρων, που με την ανέγερση προμαχώνων και προτειχισμάτων κατέστη ένα πραγματικό μεσαιωνικό κάστρο. Ταυτόχρονα νοτίως των Προπυλαίων ανηγέρθη ένας ισχυρός πύργος (πύργος Σερπεντζές), τον οποίο ο Ερρίκος Σλήμαν κατεδάφισε άκριτα, το έτος 1875 μ.Χ. Το ανάκτορό του δούκα, βρισκόταν στα κατάλληλα προς τούτο διαρρυθμισμένα Προπύλαια, ενώ η κατοικία του καθολικού επισκόπου στο Ερεχθείο.

Τελικά η Παναγία η Αθηνιώτισσα, ακολουθώντας την τύχη της Αθήνας, περιήλθε το 1311 μ.Χ. στα χέρια των Καταλάνων και το 1388 μ.Χ. στους Φλωρεντίνους δούκες Άτσαγιόλι, που σφράγισαν την δεσποτεία τους με την ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς παλατίου επί των Προπυλαίων.

Τουρκοκρατία

Μετά την παράδοση της Ακροπόλεως το 1458 μ.Χ από τους Ατσαγιόλι στους Τούρκους, ο Ιερός Βράχος μετετράπη σε κάστρο της τουρκικής φρουράς, απρόσιτο στον λοιπό λαό. Ο καθολικός ναός της Παναγίας, μετετράπη σε μουσουλμανικό τζαμί και το κωδωνοστάσιο του, αντιστοίχως σε μιναρέ. Εσωτερικά τα ψηφιδωτά και οι λοιπές αγιογραφίες, επικαλύφθηκαν με ασβέστη και γύψο, προκειμένου να εξαλειφθεί κάθε σημάδι του χριστιανικού ναού.

Αξιοσημείωτο τυγχάνει ότι πλην του Παρθενώνα, ο Μωάμεθ ο Πορθητής δεν επέτρεψε την μετατροπή καμιάς άλλης εκκλησίας σε τζαμί, ως ένδειξη σεβασμού στην ιστορία και στα αρχαία μνημεία της Αθήνας.

Δύο αιώνες αργότερα όμως και μετά την κατάρρευση μεγάλου τμήματος του Παρθενώνα από τις μπομπάρδες του Μοροζίνη, οι Οθωμανοί ανήγειραν εντός του σηκού του αρχαίου ναού ένα μικρό τζαμί, το οποίο τελικά κατεδαφίστηκε το 1842 μ.Χ. μετά την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Μοροζίνη

Ο Παρθενώνας, που παρέμεινε ιερός και ανέγγιχτος από χριστιανούς και βαρβάρους όλων των εποχών, καταστράφηκε ηθελημένα το έτος 1687 μ.Χ. από τον στρατηγό των Βενετών Φραντσέσκο Μοροζίνι κατά την πολιορκία της Αθήνας.

Γνωρίζοντας ότι οι αμυνόμενοι Τούρκους είχαν μετατρέψει τον Παρθενώνα σε μπαρουταποθήκη, έδωσε εντολή για την στόχευσή του, σπεύδοντας να συγχαρεί μάλιστα του πυροβολητές μετά την ανατίναξη.

Ο Μοροζίνι εν συνεχεία δέχτηκε επαίνους από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία για την επιτυχία του, σε σημείο να κοπούν και αναμνηστικά μετάλλια του γεγονότος, αν και τα πραγματικά οφέλη της νίκης του ήταν ανύπαρκτα. Ο στρατός του Μοροζίνη, αναγκάστηκε να εγκαλείψει την Αθήνα σε διάστημα λίγων μηνών, ακολουθούμενος τους ραγιάδες της Αθήνας, που εφοβούντο αντίποινα των Τούρκων.

Κατά την υποχώρησή τους αυτή οι Βενετοί προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να αποσπάσουν τα αγάλματα του δυτικού αετώματος του Παρθενώνος. Λόγω του βάρους τους και της προχειρότητας της προσπάθειας όμως, τα αγάλματα έπεσαν στο έδαφος και συνετρίβησαν. Τελικά αρκέστηκαν στην κλοπή όσων έργων τέχνης μπορούσαν να αποσπαστούν και να μεταφερθούν σχετικά εύκολα στην Βενετία, τα μνημεία αυτά έως τη σήμερον απαντώνται διασκορπισμένα σε διάφορα μουσεία της Ευρώπης. Ο Παρθενώνας, μετά το πέρασμα του Μοροζίνη δεν ήταν παρά μια σκιά της προηγούμενης δόξας του.

Το μεσαίο τμήμα του ναού με τα επιστύλιά του καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο γλυπτός διάκοσμος του επλήγη ακόμα περισσότερο, ενώ ο Ιερός Βράχος γέμισε από θραύσματα και μάρμαρα του ναού. Στη θέση τους παρέμειναν μόνο οι κίονες της δυτικής και ανατολικής πλευράς του ναού, καθώς και κάποια τμήματα του σηκού.

Ο μεγάλος όγκος των θραυσμάτων του μνημείου με την σχεδόν αδύνατη μεταφορά τους, είχε και την ευεργετική θετική παρενέργειά του, αφού απέτρεψε τον περαιτέρω εποικισμό τους από τους Οθωμανούς.

Το μπλόκο της κοκκινιάς

Προσθέστε σχόλιο
Μπλόκο Κοκκινιάς

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς: Χρονικό μιας Ανείπωτης Θυσίας

«Προσοχή – Προσοχή! Σας μιλάνε τα Τάγματα Ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14 χρονών και πάνω να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων». Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε, ξημέρωμα Παρασκευής, το δράμα της Κοκκινιάς. Περίπου 4.000 Γερμανοί και ντόπιοι ταγματασφαλίτες περικύκλωσαν τη συνοικία, διψασμένοι για εκδίκηση μετά τη Μάχη της Κοκκινιάς του Μαρτίου.

Η Τραγωδία στη Μάντρα

Η πλατεία της Οσίας Ξένης γέμισε ασφυκτικά με 20.000 έως 25.000 άτομα. Υπό την καθοδήγηση του συνταγματάρχη των Ταγμάτων Ασφαλείας, Πλυτζανόπουλου, κουκουλοφόροι συνεργάτες των κατακτητών υπέδειχναν τους αντιστασιακούς. Ακολούθησε η φρίκη στη Μάντρα της Κοκκινιάς, ένα παλιό ταπητουργείο που μετατράπηκε σε τόπο εκτελέσεων.

«Πριν εκτελεστούν οι αγωνιστές βασανίστηκαν, ενώ πολλούς τους έκαψαν με βενζίνη μετά τους πυροβολισμούς, κάποιους ακόμα ζωντανούς.»

Ο απολογισμός της ημέρας ήταν τραγικός: πάνω από 300 νεκροί, ενώ χιλιάδες άνδρες οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και στη συνέχεια στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία. Από εκεί, ελάχιστοι επέστρεψαν.

Μνημείο Μπλόκου

Η Αποκατάσταση της Μνήμης και ο Ιστορικός Αναθεωρητισμός

Η προσπάθεια επιβολής λήθης και η αντιστροφή της πραγματικότητας δεν άργησαν να εμφανιστούν. Μετά την κατοχή, ο Πλυτζανόπουλος αθωώθηκε για το ρόλο του στο Μπλόκο, εν μέσω του εμφυλιοπολεμικού κλίματος. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας μάλιστα, επιχειρήθηκε η ηρωοποίηση των εκτελεστών, με την τοποθέτηση αναμνηστικής πλάκας που χαρακτήριζε τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης ως «προδότες».


Τα Μνημεία της Ιστορίας

Παρά τις προσπάθειες διαστρέβλωσης, η μνήμη επιβίωσε. Σήμερα, ο χώρος τιμάται μέσα από:

  • Το Μουσείο στη Μάντρα της Κοκκινιάς.
  • Το Ηρώο στην Πλατεία Οσίας Ξένης (έργο του Γιώργου Ζογγολόπουλου, 1956).
  • Το Μνημείο Πεσόντων στο Γ’ Νεκροταφείο.
Πηγή: Katiousa.gr

Οι Φράγκοι κατακτούν την Ελλάδα

Προσθέστε σχόλιο

Η Κατάκτηση της Ελλάδας από τους Φράγκους (1204)

Το φθινόπωρο του 1204, ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός ξεκίνησε την εκστρατεία του στις ελληνικές κτήσεις. Μαζί του, εκτός από τους πολεμιστές, τον συνόδευε ο τροβαδούρος Ράμπο ντε Βακουέιρας, ο οποίος καυχιόταν για τις κατακτήσεις του βασιλείου της Θεσσαλονίκης, της Πελοποννήσου και του Δουκάτου της Αθήνας.


Η Δημογραφική Εικόνα της Ελλάδας

Ποιοι και πόσοι κατοικούσαν την Ελλάδα εκείνη την εποχή;

  • Έλληνες: Αποτελούσαν τον κύριο πληθυσμό.
  • Σλάβοι: Περιορίζονταν κυρίως στις ορεινές περιοχές της Αρκαδίας και της Λακωνίας (Ταΰγετος).
  • Βλάχοι: Κατοικούσαν στη Θεσσαλία (η λεγόμενη «Μεγαλοβλαχία»), φτάνοντας μέχρι τη Λαμία.
  • Ιουδαίοι: Παροικίες υπήρχαν σε πόλεις με εμπορική δραστηριότητα, όπως η Θήβα, η οποία φημιζόταν για τα μεταξουργεία και τα υφαντήριά της.
  • Τσάκωνες: Μια μυστηριώδης φυλή στα νοτιοανατολικά της Πελοποννήσου, με ιδιαίτερη διάλεκτο.

Η Κατάσταση πριν την Κατάκτηση

Η Φραγκοκρατία προκάλεσε σε πολλούς μια αρχική αίσθηση ανακούφισης. Η Ελλάδα της εποχής συνθλιβόταν κάτω από τρία «φοβερά δεινά»:

  1. Οι φοροεισπράκτορες: Η κεντρική βυζαντινή διοίκηση ήταν απούσα, αφήνοντας τις επαρχίες απροστάτευτες και οικονομικά κατεστραμμένες.
  2. Οι πειρατές: Μια διαρκής μάστιγα που είχε ερημώσει νησιά και παραλιακές περιοχές.
  3. Οι ντόπιοι τύραννοι: Τοπικοί άρχοντες (όπως ο Λέων ο Σγουρός) λειτουργούσαν ως ανεξάρτητοι ηγεμόνες, επιβάλλοντας τη δική τους αγριότητα.

Η Πτώση της Πελοποννήσου και της Αθήνας

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουΐνο παρομοιάζεται με την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς. Μία μόνο μάχη έκρινε την τύχη της χώρας. Οι Φράγκοι, με στρατό λίγων εκατοντάδων ιπποτών, επικράτησαν εύκολα των Ελλήνων.


Η Αθήνα υπό τον Όθωνα ντε λα Ρος

Η Αθήνα, αν και αποτελούσε την «περιφημότερη πόλη του αρχαίου κόσμου», τον 13ο αιώνα είχε περιπέσει σε παρακμή. Ο μητροπολίτης Μιχαήλ Ακομινάτος περιγράφει μια πόλη όπου οι τέχνες είχαν περιοριστεί στη σαπωνοποιία και την κατασκευή μάλλινων υφασμάτων.



Παρά την πολιτική παρακμή, τα αρχαία μνημεία, όπως ο Παρθενώνας (ο οποίος είχε μετατραπεί σε μητροπολιτικό ναό της Παναγίας), παρέμεναν σε εξαιρετική κατάσταση, προκαλώντας τον θαυμασμό των επισκεπτών.


Η Διανομή των Νησιών

Μετά τη συνθήκη διανομής, τα νησιά μοιράστηκαν μεταξύ των σταυροφόρων και ιδιωτών Βενετών:

  • Μάρκος Σανούδος: Κυρίευσε τις Κυκλάδες και ίδρυσε το Δουκάτο της Νάξου.
  • Κρήτη & Εύβοια: Είχαν διαφορετική τύχη, με την Κρήτη να παραμένει υπό βενετική κυριαρχία για αιώνες.
  • Επτάνησα: Μοιράστηκαν σε διαφορετικούς οίκους και ηγεμόνες, με τις τύχες τους να αλλάζουν συχνά ανάλογα με τα συμφέροντα των κυρίαρχων δυνάμεων.


Η ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα αποτελεί ένα σύνθετο μωσαϊκό πολιτισμών, διοικητικών αλλαγών και κοινωνικών μεταβολών που σφράγισαν τη μοίρα του ελληνικού χώρου για αιώνες.

Δύο πελώρια χέρια «κρατούν» μια Γέφυρα»

Προσθέστε σχόλιο

Εντυπωσιάζει τους επισκέπτες η τεράστια πεζογέφυρα που άνοιξε πρόσφατα στην πόλη Ντα Νανγκ του Βιετνάμ.

Η «Χρυσή Γέφυρα» (όπως είναι η ονομασία της) στέκει σε ύψος 1.400 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στους λόφους Μπα Να, έχει μήκος 150 μέτρων και προσφέρει φανταστική θέα στο καταπράσινο βουνό.Η κατασκευή της κράτησε περίπου έναν χρόνο.


Διαφημίσεις