Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Magna Grecia: ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ

Προσθέστε σχόλιο


Ένα τραγούδι της Mimma Nucera, στη γλώσσα των Ελλήνων της Καλαβρίας

I glossama en ecchi na petheni. [H γλώσσα μου δεν αξίζει να πεθάνει.]
O pappumma viata mu leghi [Ο παππούς μου πάντα μου λέγει]
ti sta keru dicatu [ότι στους καιρούς τούς δικούς του]
ti glossa ti eplatega [η γλώσσα που μιλούσαν]
ito viata to grecu. [ήτο πάντα ελληνική.]
Ce arte, lego ego: [και άρτι (αμέσως), λέγω εγώ:]
iati' i guvernaturi [γιατί οι κυβερνώντες]
thelusi na chathi [θέλουσι να χαθεί]
i glossa tu grecani? [η γλώσσα του Έλληνα;]
Ecini fenonde manacho' ste votazioni [Εκείνοι, φαίνονται (=αρχ. παρουσιάζονται) μονάχοι στις εκλογές]
ce ulli crazzondo fili ce cumparidi, [και όλοι κράζωνται φίλοι και γνωστοί (κουμπάροι < κόμβος = δεσμός/δέσιμο)]
podo' ti tteglionni to bdomadi [κι όταν τελειώνει η εβδομάδα]
en agronizzu pleo canena. [δεν γνωρίζουν πλέον κανέναν.]
Afudatema esi cali' christianima [Βοηθείστε μας (οφελήστε μας), εσείς καλοί μου χριστιανοί]
pu iste ode delemmeni [που είστε όλοι δουλεμμένοι (εξαπατημένοι/εκμεταλλευμένοι)]
na some stili stin addi ghenia [να παραδώσουμε στύλη (πινάκιο γραφής) στην άλλη γενιά]
ti glossama ce ta pramata to pappumma. [τη γλώσσα μας και τα πράγματα του παππού μας.]


«Είσαι Γκρίκο; Εμπα στο σπίτι μου να μπει ο ήλιος». Με αυτόν τον τρόπο οι κάτοικοι των ελληνοφώνων χωριών της Κάτω Ιταλίας, υποδέχονται σήμερα τους Έλληνες. Ταυτόχρονα απευθύνουν μια δραματική έκκληση προς κάθε αρμόδια Αρχή της μητέρας Ελλάδας, η οποία φαίνεται συχνά να αγνοεί ακόμη και την ύπαρξή τους. Όμως, οι Γκρεκάνοι φωνάζουν γεμάτοι υπερηφάνεια με όλη τους την ψυχή: «Είμαστε Γκρέτσοι, γιατί έχομε το ίντιο αίμα τσε την ίδια γκλώσσα». Ποιος έχει δικαίωμα να μείνει αδιάφορος αντιμετωπίζοντας αυτό το αγωνιώδες μήνυμα;

Λίγα ταξίδια μπορούν πραγματικά να παρουσιάσουν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για τους Έλληνες ταξιδιώτες, όσο μια περιήγηση στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, περιοχές οι οποίες αποτέλεσαν, ως γνωστόν, πεδίο εκπληκτικής αποικιακής δραστηριότητας του αρχαίου ελληνισμού, κυρίως τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.Χ. Σε αντίθεση με άλλες χώρες που επιχειρούν να αποκρύψουν το ελληνικό παρελθόν των εδαφών τους, οι Ιταλοί ευτυχώς αποκαλούν ακόμη και διαφημίζουν την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ως «Μεγάλη Ελλάδα» (Magna Grecia).

Το όνομα αυτό εμφανίσθηκε για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα π.Χ. Η μεγάλη άνεση του χώρου της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας σε σχέση με τη στενότητα του κυρίως ελλαδικού, πιθανώς ήταν η αιτία για το όνομα. Τότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το όνομα «Graeci» για τους Έλληνες και έχει οπωσδήποτε σχέση με τους Βοιωτούς Γραίους.

Η ονομασία αυτή οφείλεται όχι μόνο στον πλούτο, την πυκνότητα και την ομορφιά των μνημείων που δημιούργησαν εκεί οι αρχαίες ελληνικές αποικίες, αλλά και στην πολιτιστική και οικονομική επικράτηση των Ελλήνων έναντι άλλων πολιτισμών, οι οποίοι άφησαν το στίγμα τους στην περιοχή.

Με εξαίρεση τη Συρία, όπου υπάρχουν αρχαιότητες οκτώ διαφορετικών πολιτισμών, δεν υπάρχει άλλος τόπος στον κόσμο, ο οποίος να στολίζεται με μνημεία τόσων πολλών και ποικίλων πολιτισμών, οι οποίοι μάλιστα αλληλοεπηρεάσθηκαν και συγχωνεύθηκαν κατά τον πιο παράδοξο και ταιριαστό τρόπο. Φοίνικες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Νορμανδοί, Γάλλοι, Ισπανοί κ.ά. άφησαν στα μέρη αυτά σπουδαία δείγματα των πολιτισμών τους. Κανείς, όμως, από τους πολιτισμούς αυτούς δεν άφησε ζωντανή μέχρι σήμερα την παράδοση του, εκτός από τον ελληνικό.

Αυτό ισχύει για τις περιοχές της Καλαβρίας και της Απουλίας (Σαλέντο) στην Κάτω Ιταλία, όπου ακόμη και σήμερα διατηρείται άσβεστο το ελληνικό πνεύμα, μαζί με την ελληνική γλώσσα, η οποία εξελισσόμενη διαφορετικά μέσα στις συνθήκες της Ιταλίας έδωσε μια άλλη διάλεκτο, τα λεγόμενα «Γκρεκάνικα» (στην Καλαβρία) ή «Γκρίκο» (στην Απουλία).

Οι απομονωμένοι Έλληνες των δύο αυτών περιοχών διατήρησαν πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τους παράδοσης και της γλώσσας τους, η οποία μέχρι σήμερα διέσωσε πολλές αρχαίες λέξεις και εκφράσεις. Πρόκειται για μια μοναδική στον κόσμο όαση αρχαιοελληνικής πολιτισμικής επιβίωσης, μαζί με εκείνη των φυλών Καφίρ στο Αφγανιστάν και Καλάς στο βόρειο Πακιστάν (στις δύο τελευταίες, όμως, δεν διατηρήθηκε η αρχαιοελληνική γλώσσα).

Τα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας είναι εννέα (Γκαλλιτσανό, Αμεντολέα ή Αμυγδαλέα, Kοντοφούρι, Ροχούδι, Χωρίο Ροχούδι, Βουνί ή Ροκκαφόρτε ντελ Γκρέκο, Χωρίο Βουνίου, Βούα ή Βονά (Μπόβα) και Γυαλός του Βούα - Bova Marina ή Φούντακας), αλλά στην ευρύτερη ορεινή περιοχή του βουνού Ασπρομόντε υπάρχουν αρκετά ακόμη με ελληνικά ονόματα (Βασιλικό, Στύλος, Πενταδάκτυλο, Καταφόριο, Ιέραξ (Τζεράτσε), Πολύστενα κ.α.).

Σε απόσταση 600 χλμ, στην περιοχή της Απουλίας (Σαλέντο), νοτίως του Λέτσε (Lecce, το οποίο ήταν γνωστό ως «Φλωρεντία του Νότου» ή «Αθήνα της Απουλίας») υπάρχουν άλλα εννέα ελληνόφωνα χωριά (Καλημέρα, Ματάνο, Μαρτινιάνο, Κοριλιάνο ντ’ Ότραντο, Καστρινιάνο ντεϊ Γκρέτσι, Τζολίνο, Σολέτο, Στερνατία και Μελπινιάνο) με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από γεωφυσική και οικονομική άποψη και με ελάχιστες επαφές και ανταλλαγές με τα χωριά της Καλαβρίας. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ των δύο περιοχών είναι αυτή η μοναδική και ιδιόρρυθμη γλώσσα, η οποία επέζησε 27 ολόκληρους αιώνες μέσα από τα τοπωνύμια, τα τραγούδια, τις παραδόσεις και τα έθιμα των κατοίκων τους.

Γλωσσολογικές Παρατηρήσεις για την Γκρεκάνικη Γλώσσα


Ο σύγχρονος γλωσσολόγος ερευνητής Αναστάσιος Καραναστάσης, ο οποίος με εντολή της Ακαδημίας Αθηνών μελέτησε την γκρεκάνικη διάλεκτο, στηρίζει και ισχυροποιεί τη Θεωρία του Γ. Χατζιδάκι περί αδιάλειπτης συνέχειας της γλώσσας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με μια σειρά παρατηρήσεων:

  • Η ύπαρξη πολλών σπάνιων αρχαίων λέξεων: Κυρίως δωρικών, ανύπαρκτων όμως στη βυζαντινή και στη νεοελληνική γλώσσα, π.χ. νασίδα = νησίδα, τράφο = τάφρος, αγιολούπο = αιγίλωψ (άγρια βρώμη) κ.ά.
  • Η διαφορετική προφορά των διπλών συμφώνων: Η οποία προέρχεται από τους Δωριείς και δεν απαντάται στη βυζαντινή ούτε στη νεοελληνική, π.χ. ξίφος > σκίφος, ψαλίς > σπαλίς.
  • Σπάνια αρχαία σημασιολογικά στοιχεία: Διαφορετικά στη νεοελληνική, π.χ. το ρήμα σηκώνω δεν έχει τη σημασία του υψώνω, αλλά την αρχαία, δηλαδή φυλάσσω σε κλειστό χώρο.

Η γλώσσα, βέβαια, εμπλουτίστηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους με λέξεις του λεξιλογίου της Εκκλησίας, π.χ. Πασκαλία = Πάσχα, Πιφανεία = Επιφάνεια. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η ύπαρξη ιδιόρρυθμων μοναδικών λέξεων, π.χ. αγαπησίν = αγάπη, όστρια = έχθρα κ.ά. Το στοιχείο αυτό προέκυψε από την ανάγκη του εμπλουτισμού της γλώσσας κατά τη μακροχρόνια απομόνωση των ελληνόφωνων πληθυσμών.

Τα γκρεκάνικα, όμως, εκτός από τις αρχαιοελληνικές ρίζες τους και τον βυζαντινό εμπλουτισμό παρουσιάζουν μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή εξαιτίας και των λεξιλογικών δανείων τους από την ιταλική γλώσσα, τα οποία ενσωματώθηκαν αφού ακολούθησαν τους κανόνες της ελληνικής γραμματικής, π.χ. η ιταλική λέξη bicchiere (ποτήρι) έγινε το μπικέρι, του μπικεριού κλπ. Έτσι, το ιδίωμα των ελληνοφώνων έχει προσλάβει έναν μελωδικό τόνο, και θυμίζει αμυδρά την κυπριακή ή την κρητική διάλεκτο.

Ιστορική Αναδρομή


Μια ιστορική αναδρομή στις ρίζες των ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας βοηθά και στη διερεύνηση του προβλήματος της καταγωγής τους. Κατά τον Ηρόδοτο οι πρώτοι Έλληνες έφθασαν στην Ιταλία από την Κρήτη, ενώ κατά τον Στράβωνα οι πρώτες εγκαταστάσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. Ο πραγματικός ελληνικός αποικισμός, ωστόσο, άρχισε τον 8ο και κορυφώθηκε τον 6e και τον 5ο αιώνα π.Χ. Οι αποικίες που ιδρύθηκαν (Τάρας, Ρήγιο, Κύμη, Ελέα, Ηράκλεια, Ποσειδώνια, Σύβαρις, Κρότων, Μεταπόντιο κ.ά.) ήκμασαν επί αιώνες σε όλους τους τομείς των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

Στους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας έγιναν μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών από τα παράλια προς την ενδοχώρα και την οροσειρά του Ασπρομόντε της Καλαβρίας, ενώ η ελληνική γλώσσα κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο έγινε επίσημη γλώσσα της Θείας Λειτουργίας. Αργότερα οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, ενισχύοντας το ελληνικό στοιχείο με πρόσφυγες από τη Σικελία και τη Β. Αφρική μετά τις αραβικές κατακτήσεις.

Από τον 5ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ. ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας γνώρισε μεγάλη ακμή λόγω αλλεπάλληλων νέων εποικισμών από τον ελλαδικό χώρο και την Κωνσταντινούπολη, με αποκορύφωμα τους διωγμούς της Εικονομαχίας (726 - 843 μ.Χ.), περίοδο κατά την οποία πλήθος εικονόφιλων μοναχών κατέφυγε εκεί.

Η απώλεια των βυζαντινών εδαφών από τους Νορμανδούς στο τέλος του 11ου αιώνα προκάλεσε την παρακμή του ελληνορθόδοξου στοιχείου. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) έφερε ένα τελευταίο κύμα προσφύγων, αλλά οι συνεχείς πιέσεις της Καθολικής Εκκλησίας επέφεραν την τελική παρακμή στο τέλος του 16ου αιώνα. Οι κάτοικοι έχασαν τη θρησκευτική τους αυτονομία βίαια: στην Καλαβρία το 1574 και στην Απουλία το 1621. Οι Έλληνες όμως της Καλαβρίας δεν έπαψαν να εκκλησιάζονται στα ελληνικά μέχρι τον 19ο αιώνα.

Το Πρόβλημα της Καταγωγής και της Γλώσσας τους


Το ορθόδοξο τυπικό μπορεί να ξεριζώθηκε, η γλώσσα τους όμως διατηρήθηκε πεισματικά μέσα από την προφορική παράδοση. Το 1802 ο Άγγλος περιηγητής John Chetwode Eustace «ανακάλυψε» τα ελληνόφωνα χωριά. Όταν το θέμα εξαπλώθηκε διεθνώς, άρχισε η διατύπωση δύο βασικών θεωριών:

  1. Η θεωρία του Giuseppe Morosi (1870): Υποστηρίζει ότι οι ελληνόφωνοι προέρχονται αποκλειστικά από Βυζαντινούς εποίκους του μεσαίωνα (9ος - 12ος αιώνας).
  2. Η θεωρία του Γ. Χατζιδάκι και Gerhard Rohlfs: Υποστηρίζει την αδιάλειπτη συνέχεια της γλώσσας στην Κάτω Ιταλίας από την εποχή του αρχαίου αποικισμού της Μεγάλης Ελλάδας.

Οι ίδιοι οι κάτοικοι πιστεύουν ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Χρησιμοποιούν τη λέξη Griko (Γρήκος) και γράφουν τις ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες. Η διάλεκτος επιβίωσε τόσους αιώνες λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης και της ενδογαμίας που επικρατούσε μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σήμερα ο κίνδυνος εξαφάνισης είναι ολοφάνερος λόγω της υποχρεωτικής ιταλικής παιδείας και των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. Στην Καλαβρία, από τους 20.000 κατοίκους, μόλις 4.000 καταλαβαίνουν τη γλώσσα. Στο χωριό Γκαλλιτσανό, όμως, η διάλεκτος ομιλείται ακόμα και από τα παιδιά. Στην Απουλία η κατάσταση είναι καλύτερη, καθώς περίπου 20.000 άνθρωποι μιλούν τα Γκρίκο.

Η Σημερινή Κατάσταση στα Ελληνόφωνα Χωριά


Στην Καλαβρία τα χωριά είναι «σκαρφαλωμένα» στις άγριες πλαγιές του Ασπρομόντε, παρουσιάζοντας προβληματικό βιοτικό επίπεδο και έντονη μετανάστευση. Αντίθετα, στην Απουλία οι συνθήκες είναι σαφώς καλύτερες, καθώς τα χωριά βρίσκονται σε μια εύφορη πεδιάδα με αναπτυγμένη γεωργία και βιοτεχνία.

Οι ενέργειες των Γκρεκάνων για τη διάσωση της ταυτότητάς τους περιλαμβάνουν αδελφοποιήσεις με δήμους της Ελλάδας, εκδόσεις γραμματικής, εφημερίδων και πλούσιας ποιητικής συλλογής, η οποία συνεχίζει τη λυρική παράδοση της αρχαιότητας. Το ιταλικό κοινοβούλιο τον Απρίλιο του 1998 αναγνώρισε τα γκρεκάνικα ως προστατευόμενη γλώσσα, ενώ το ελληνικό κράτος στέλνει εκπαιδευτικούς για τη διδασκαλία των νέων ελληνικών.

Εκτός από τη γλώσσα, κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η νοσταλγική μουσική τους, τα παραμύθια, τα μοιρολόγια, ο βαθύς σεβασμός στην οικογένεια και η έμφυτη φιλοξενία τους.

Επίλογος

Οι Γκρεκάνοι της Κάτω Ιταλίας αποτελούν ένα σπάνιο παράδειγμα επιβίωσης. Είναι Ιταλοί πολίτες που αγωνίζονται να διατηρήσουν τις ρίζες τους, συνδέοντας πολιτισμικά τις δύο χώρες. Αν χάσουν την ιδιαίτερη αυτή διάλεκτο, θα αποτελέσουν απλώς ένα τουριστικό αξιοθέατο χωρίς παρελθόν. Ωστόσο, οι ίδιοι δεν απογοητεύονται, καθώς όλο και περισσότεροι νέοι στρέφονται σήμερα με υπερηφάνεια στη γλώσσα των προγόνων τους.

Συμφωνία της Βάρκιζας

Προσθέστε σχόλιο

Σε μια πολυτελή οικία έξω από την Αθήνα συνομολογήθηκε η παράδοση χιλιάδων πυροβόλων στο ελληνικό κράτος

Νύχτα Τρίτης 12 Φεβρουαρίου 1945, μόλις δύο χιλιόμετρα μακριά από την παραλία της Βάρκιζας. Μια σειρά από σκουρόχρωμα αυτοκίνητα φθάνει με διαφορά λίγων λεπτών σε μια ολόλευκη γραφική έπαυλη που διακρίνεται καθαρά στο βάθος μιας μακριάς αλέας από πεύκα. 

Παρά το γεγονός ότι η ώρα κοντεύει μεσάνυχτα και η τοποθεσία είναι ερημική, οι οδηγοί εντοπίζουν εύκολα το σημείο της συνάντησης, αφού τα εξωτερικά φώτα της πολυτελούς οικίας είναι αναμμένα από νωρίς. Ιδιοκτήτης της είναι ο Πέτρος Κανελλόπουλος, γιος του ιδρυτή της τσιμεντοβιομηχανίας «Τιτάν», αλλά αυτό λίγη σημασία έχει εν προκειμένω.

Για τις επόμενες δέκα ημέρες το ευρύχωρο σαλόνι της βίλας θα γινόταν το δεύτερο σπίτι των συγκεντρωμένων, που διαβουλεύονταν τους όρους της ανακωχής, μετά τον τερματισμό των πολύνεκρων συγκρούσεων που είχαν αιματοκυλήσει από τις αρχές Δεκεμβρίου του 1944 και για πάνω από έναν μήνα τους δρόμους της πρωτεύουσας και των γύρω περιοχών.

Είναι η στιγμή που η νεότερη πολιτική ιστορία περνάει από τα «Δεκεμβριανά» στη «Συμφωνία της Βάρκιζας», έναν συμβιβασμό που εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις. Ήταν όντως επώδυνος (όπως πιστεύει η Αριστερά μέχρι και σήμερα) ή τίμιος (όπως υποστήριζαν οι κυβερνητικές δυνάμεις της εποχής);

Για να αντιληφθούμε το κλίμα που επικράτησε στη βίλα της Βάρκιζας, θα πρέπει πρώτα να εξετάσουμε, έστω και ακροθιγώς, τα όσα προηγήθηκαν. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1944 ξεσπά στην Αθήνα πολυήμερη σφοδρή μάχη.

Από τη μια πλευρά βρίσκονται οι αριστερές αντάρτικες δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΛΑΣ) που αποτελούν το στρατιωτικό σκέλος του ελεγχόμενου από το ΚΚΕ, Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).

Από την άλλη, αντιπαρατάσσονται οι πολυπληθείς κυβερνητικές δυνάμεις που ανήκουν σε ένα ευρύ πολιτικό φάσμα (από τη σοσιαλδημοκρατία έως τη φιλομοναρχική δεξιά και τους δωσίλογους) και βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία με τα σταλθέντα στην Ελλάδα βρετανικά σώματα στρατού.

17.000 νεκροί μέσα στην Αθήνα


Αντικείμενο της διαμάχης είναι ο τρόπος με τον οποίον θα πρέπει να διοικηθεί η χώρα μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, μόλις τον περασμένο Οκτώβριο. Η ανταλλαγή πυρών είναι σφοδρή. Τα πτώματα των ένστολων, των ανταρτών και των αθώων πολιτών ξεπερνούν τον ιλιγγιώδη αριθμό των 17.000.


Οι Άγγλοι υπολόγιζαν ότι οι συγκρούσεις θα διαρκούσαν μόλις και μετά βίας δύο εικοσιτετράωρα, αλλά τελικά κρατούν 33 ολόκληρες ημέρες. Ο εμπειροπόλεμος ΕΛΑΣ όχι απλά άντεξε, αλλά επέφερε και καίρια πλήγματα. Με την άφιξη όμως εκ νέου βρετανικών ενισχύσεων από την άλλη πλευρά, η πλάστιγγα έγειρε γρήγορα υπέρ των κυβερνητικών δυνάμεων.

Η ανακωχή ήταν θέμα χρόνου. Στις 5 Ιανουαρίου του 1945 αποφασίζεται κατάπαυση πυρός. Λήγει επισήμως η μάχη της Αθήνας, η μοναδική περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ συμμαχικών δυνάμεων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, οι νικητές έχουν τη διαπραγματευτική ισχύ να επιβάλλουν τους όρους.

Κάπως έτσι, φθάνουμε στο βράδυ της 2ας Φεβρουαρίου 1945 όπου ξεκινούν στην πολυτελή βίλα της Βάρκιζας οι σχετικές συζητήσεις για τη σύνταξη συμφωνίας ανάμεσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τη νεοπαγή κυβέρνηση του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα που έχει διαδεχθεί εδώ και περίπου έναν μήνα τον κεντρώο Γεώργιο Παπανδρέου.

Στο μεγάλο τραπέζι, ως κύριοι εκπρόσωποι της Αριστεράς βρίσκονται ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος, ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ Δημήτρης Παρτσαλίδης και ο γενικός γραμματέας του σοσιαλιστικών τάσεων κόμματος της Ενώσεως Λαϊκής Δημοκρατίας, Ηλίας Τσιριμώκος, του οποίου ο ρόλος κρίνεται τουλάχιστον ύποπτος όπως θα δούμε παρακάτω. Την κυβερνητική σύνθεση απαρτίζουν οι υπουργοί Εξωτερικών Ιωάννης Σοφιανόπουλος, Εσωτερικών Περικλής Ράλλης και Γεωργίας Ιωάννης Μακρόπουλος.

Ο σκοτεινός ρόλος του Τσιριμώκου


Μετά τις τυπικές προσφωνήσεις και τα ευχολόγια για ειρήνευση στον τόπο, ξεκινά η κουβέντα για το εύρος χορήγησης αμνηστίας των εμπλεκόμενων στα Δεκεμβριανά και για το εάν θα μετέχουν στην κυβέρνηση στελέχη της Αριστεράς. Από νωρίς προκύπτει χάσμα απόψεων. Η σύσκεψη διακόπτεται.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, το ΕΑΜ εμφανίζεται διαλλακτικότερο, αποσύροντας την αρχική αξίωση για κάλυψη υπουργικών θώκων. Ζητά όμως άμεση άρση του στρατιωτικού νόμου που έχει κηρυχθεί εδώ και περίπου δύο μήνες.

Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης απαντούν ότι αυτό θα γίνει αφού πρώτα ολοκληρωθεί ο πλήρης αφοπλισμός των ανταρτών. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο Τσιριμώκος φαίνεται πως ενημέρωνε κρυφά τον τότε Αντιβασιλέα Δαμασκηνό και τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες για τους όρους που θα έθετε κάθε φορά η ΕΑΜική αντιπροσωπεία.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» πριν από περίπου δέκα χρόνια, φέρεται να είχε δεσμευτεί πως θα τασσόταν εναντίον των επιδιώξεων του Κομμουνιστικού Κόμματος εάν αυτό κρινόταν αναγκαίο.

Οι πολυήμερες συναντήσεις κατέληξαν σε ένα κείμενο εννέα άρθρων που επιχειρούσε να ρυθμίσει μεταξύ άλλων, τον αφοπλισμό και τη διάλυση του ΕΛΑΣ, τη συγκρότηση νέου εθνικού στρατού και την εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών από τους συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών.

Σε πολιτικό επίπεδο, προσδιοριζόταν η διαδικασία νομιμοποίησης του μετακατοχικού καθεστώτος διακυβέρνησης μέσω της διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών και της διενέργειας δημοψηφίσματος για το πολιτειακό.

Η «άρρωστη» μητέρα


Τέλος, προβλεπόταν η χορήγηση αμνηστίας για τα πολιτικά αδικήματα που τελέστηκαν από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 και ένθεν, εξαιρώντας όμως «τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία για την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος».


Τουτέστιν, γενική αμνηστία όπως προσδοκούσε αρχικά η Αριστερά δεν χορηγήθηκε. Ακόμη και σήμερα προκαλεί σε πολλούς εντύπωση το γεγονός ότι το ΕΑΜ δεν έδωσε σημασία σε μια τόσο μείζονα παράλειψη.

Ίσως να συνέβαλε σε αυτό ο σκοτεινός ρόλος του Τσιριμώκου. Όταν μεταγενέστερα ερωτήθηκε ο καθηγητής Ιωάννης Γεωργάκης, διευθυντής του πολιτικού Οίκου του Αντιβασιλέως και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, που μετείχε στις συζητήσεις της Βάρκιζας ως παρατηρητής από την κυβερνητική πλευρά, «πώς ξεπεράστηκε τελικά η κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων στο θέμα της αμνηστίας;», απάντησε ότι «οι κομμουνιστές υποχώρησαν όταν ο Ηλίας Τσιριμώκος πείστηκε από ‘μένα την κρίσιμη εκείνη νύχτα να έρθει με εμάς. 

Δηλαδή να υποστηρίξει τη θέση της κυβέρνησης επί τούτου. Και τον πήρα και πήγαμε στην Αθήνα στις 2 το πρωί. Τον πήγα στην Αγγλική Πρεσβεία» όπου τον έπεισαν για την ορθότητα του υπό σύνταξη επίμαχου άρθρου περί αμνηστίας. Ακολούθως οι δύο άνδρες επέστρεψαν και πάλι στη βίλα, με τον Τσιριμώκο να δικαιολογείται ότι απουσίασε επειδή πήγε να δει τη δήθεν άρρωστη μητέρα του. Στις 5 τα χαράματα οι εκπρόσωποι της Αριστεράς υπέγραψαν τη Συμφωνία.

«Πολεμήσαμε από... παρεξήγηση»

Το σχετικό πρωτόκολλο που έμελλε να στοιχειώσει την Αριστερά, υπογράφηκε από τα μέλη των αντιπροσωπειών το απόγευμα της 12ης Φεβρουαρίου 1945 στη μεγάλη αίθουσα του υπουργείου Εξωτερικών, με τον 55χρονο γραμματέα του ΚΚΕ Γιώργη Σιάντο να δηλώνει ότι «η σύγκρουση μεταξύ ΕΛΑΣ και Βρετανών πιστεύουμε ήταν αποτέλεσμα μιας παρεξήγησης».

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί την απόφασή του να υπογράψει τη Συνθήκη, προέβαλε ως κύριο επιχείρημα ότι η Βάρκιζα ήταν ένας συμβιβασμός που έδινε στον λαό τη δυνατότητα να παλέψει για τα συμφέροντά του με νόμιμο πλέον τρόπο. 

Από κυβερνητικής πλευράς, η βαρύτητα που προσδόθηκε στη Συμφωνία, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γεγονός που την καθιστά εφάμιλλη οποιουδήποτε άλλου νόμου.

Ο κατάλογος με τα όπλα

Ο ΕΛΑΣ διαλύθηκε επισήμως τέσσερις ημέρες αργότερα και ο αντάρτικος στρατός άρχισε να παραδίδει άμεσα στο συντεταγμένο κράτος τον οπλισμό του. Μην ξεχνάμε ότι ο αφοπλισμός των αντάρτικων ομάδων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου ήταν μια από τις κύριες αφορμές για να ξεσπάσει η Δεκεμβριανή σύγκρουση στην Αθήνα και τις γύρω περιοχές.

Συνολικά περιήλθαν στο κράτος 100 πυροβόλα διαφόρων τύπων, 81 ομαδικοί όλμοι και 138 ατομικοί, 419 πολυβόλα, 1.412 οπλοπολυβόλα, 713 αυτόματα, 48.953 τυφέκια και πιστόλια, 57 αντιαρματικά και 45 συσκευές ασυρμάτου. Οι συγκινητικές σκηνές της παράδοσης έχουν καταγραφεί από το Τμήμα Κινηματο
ΑΡΗΣ γράφησης του ΕΛΑΣ.


Ο φακός αποτυπώνει γεροδεμένους γενειοφόρους να κλαίνε σπαρακτικά την ώρα που εναποθέτουν τα ντουφέκια τους πάνω σε μια ελληνική σημαία. Η αλήθεια πάντως είναι ότι δεν παραδόθηκε όλος ο οπλισμός, παρά τα όσα είχαν συνομολογηθεί.

Ένα σημαντικό κομμάτι, ιδίως τα πιο σύγχρονα όπλα που ήταν ικανά να καλύψουν τις ανάγκες σχεδόν 30.000 ανδρών, καταχωνιάστηκαν σε ειδικές κρύπτες, με σκοπό να τα φανερώσουν μονάχα εάν και όποτε το απαιτούσαν οι εξελίξεις. 

Αυτό δυστυχώς, δεν άργησε να συμβεί. Ο εμφύλιος πόλεμος με την πλέον επίσημη μορφή του, βρισκόταν προ των πυλών.

To παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αll About History», που κυκλοφορεί μία φορά τον μήνα με το «Εθνος της Κυριακής»
Διαφημίσεις