Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Οι «Αρβανίτες» της Πελοποννήσου

1 Σχόλια


Σε μερικά χωριά, ορεινών κυρίως περιοχών της Πελοποννήσου (Αργολίδα, Αχαΐα, Ηλεία, Καλάβρυτα, Κορινθία, Μεσσηνία), σε χωριά της Αττικής, καθώς και στα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Σαλαμίνα, Εύβοια και Άνδρο, υπάρχουν ακόμη και σήμερα Έλληνες οι οποίοι, εκτός από την ελληνική, μιλούν και την «αρβανίτικη» διάλεκτο — μια μεικτή ελληνοαλβανική διάλεκτο, όπως την προσδιορίζουν οι γλωσσολόγοι.

Τους πληθυσμούς αυτούς τους ονομάζουμε συνήθως «Αρβανίτες». Φυσικά, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους κατοίκους της σημερινής Αλβανίας. Οι Αρβανίτες της χώρας μας είναι Έλληνες με πλήρη και ακμαία εθνική συνείδηση. Η μόνη σύνδεση με το παρελθόν είναι καθαρά ιστορική, και η μελέτη της μας εξηγεί το παράδοξο γεγονός: πώς βρέθηκε μια τέτοια διάλεκτος στην καρδιά της Ελλάδας.

Στη διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «Η Εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν», ερευνώ λεπτομερώς το ιστορικό αυτό θέμα στο σύνολό του, εξετάζοντας τους αλβανικούς εποικισμούς στη χώρα μας κατά το τέλος του Μεσαίωνα. Παραθέτω εδώ μια σύντομη περίληψη των στοιχείων αυτών.


Το Ιστορικό Πλαίσιο: Το Ύστερο Βυζάντιο και η Φραγκοκρατία

Βρισκόμαστε λίγες δεκαετίες πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.). Η άλλοτε ισχυρή Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν στα τελευταία της. Το πρώτο μοιραίο πλήγμα το είχε δεχθεί το 1204 μ.Χ. από τους Φράγκους Σταυροφόρους. Αν και οι Φράγκοι εκδιώχθηκαν από την Πόλη το 1261 από τη δυναστεία των Παλαιολόγων, η αυτοκρατορία δεν ανέκτησε ποτέ την παλαιά της αίγλη. Πολλά φραγκικά κρατίδια διατηρήθηκαν στην ηπειρωτική, νησιωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο.

Ένα ισχυρό ελληνικό κράτος της περιόδου ήταν το περίφημο «Δεσποτάτο του Μορέως» (στην Πελοπόννησο), με ηγεμόνες από τη δυναστεία των Παλαιολόγων. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο θρυλικός Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, είχε διατελέσει προηγουμένως Δεσπότης του Μορέως.

Η Φραγκοκρατία προκάλεσε τεράστια δημογραφική αραίωση και ερήμωση λόγω των συνεχών πολέμων. Οι άρχοντες δεν είχαν εργατικά χέρια για την καλλιέργεια της γης, αλλά ούτε και στρατιώτες για τις πολεμικές τους αναμετρήσεις.


Τα Πρώτα Μεταναστευτικά Ρεύματα

Στις αρχές του 14ου αιώνα, νομάδες ποιμένες Αλβανοί, μαστιζόμενοι από εμφύλιους πολέμους στη δική τους πατρίδα, κατήλθαν νοτιότερα προς τις ελληνικές χώρες αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Η μετακίνησή τους είχε γενικά ειρηνικό χαρακτήρα. Για πρώτη φορά, περίπου 12.000 από αυτούς τους νομάδες εντοπίζονται το 1315 μ.Χ. στα όρη της Θεσσαλίας.

Όντας σκληραγωγημένοι ορεσίβιοι, αποτέλεσαν το κατάλληλο υλικό για μισθοφόρους στρατιώτες. Ο πρώτος Δεσπότης του Μορέως, Μανουήλ Καντακουζηνός (1348-1380), ο Φράγκος ηγεμόνας της Ευβοίας, καθώς και ο Νέριος Ατζαγιόλι (Φράγκος άρχοντας της Κορίνθου), χρησιμοποίησαν Αλβανούς για στρατιωτικούς σκοπούς.

Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους, οι Έλληνες και Φράγκοι άρχοντες τους παραχωρούσαν γεωργικό κλήρο σε ορεινές και ακαλλιέργητες περιοχές. Έτσι, οι έποικοι άφηναν τη νομαδική ζωή και μετατρέπονταν σε μόνιμους, χρήσιμους γεωργούς.

Το μέτρο αυτό εφάρμοσε ευρύτατα ο Δεσπότης της Πελοποννήσου Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος (1383-1407). Το 1405 κάλεσε 10.000 Αλβανούς ποιμένες, που είχαν σταθμεύσει στον Ισθμό, και τους εγκατέστησε σε ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου. Την πληροφορία αυτή μας παραδίδει ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος στον επιτάφιο λόγο προς τον αδελφό του Θεόδωρο.

Μετά το 1418, ακολούθησε ένα δεύτερο, μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Πελοπόννησο. Επρόκειτο για τους πληθυσμούς που είχαν εγκατασταθεί στην Αιτωλοακαρνανία και την Άρτα, οι οποίοι εκδιώχθηκαν όταν ο Φράγκος ηγεμόνας Κάρολος Τόκκος κατέλυσε την εκεί πολιτική τους εξουσία.


Ο Πρώιμος Εξελληνισμός και η Αφομοίωση

Οι έποικοι αυτοί εξελληνίστηκαν πλήρως και ταχύτατα, ήδη από τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Πέρα από το φυσικό αίσθημα προσαρμογής των ξένων προς το ιθαγενές στοιχείο, υπήρξαν ειδικοί λόγοι:

  • Ανήκαν στη φάρα των Τόσκηδων, οι οποίοι ως γείτονες με τους Έλληνες της Ηπείρου είχαν ήδη δεχθεί ισχυρή ελληνική επίδραση.
  • Ήσαν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γεγονός που δημιούργησε άμεση θρησκευτική και ψυχική σύμπνοια με τους Έλληνες, ειδικά απέναντι στον κοινό μουσουλμάνο κατακτητή.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Χ. Κ. Βάμβα για τους Αρβανίτες του Μοριά που κατέφυγαν στην Ιταλία στις αρχές του 19ου αιώνα για να γλιτώσουν από τις τουρκικές θηριωδίες. Με νοσταλγία τραγουδούσαν για τον Μοριά:


Στα Αρβανίτικα:
Ο, ε μπούκουρα Μορέα
τ'σέ κουρ τε λιάσε
με νέκε τε πάσε.
Άτιε κάμ ου ζότινε τάτε.
Άτιε καμ ου μέμενε τίμε.
Άτιε κάμ ου τίμενε βλα.
Ο, ε μπούκουρα Μορέα
τσε κουρ τε λιάσε
Με νέκε τε πάσε.

Σε μετάφραση:
Ω, έμορφε Μορέα,
Από τότε που σε άφησα
Πλέον δεν σε ξαναείδα.
Εκεί έχω εγώ τον αφέντη πατέρα.
Εκεί έχω εγώ τη μητέρα μου.
Εκεί έχω εγώ τον αδελφό μου.
Ω, έμορφε Μορέα,
Από τότε που σε άφησα
Πλέον δεν σε ξαναείδα.



Το Γλωσσικό Φαινόμενο της Επιβίωσης

Πώς όμως διατηρήθηκε η γλώσσα ενώ η εθνική συνείδηση άλλαξε; Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Αντίστοιχο παράδειγμα αποτελούν τα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας (Απουλία, Καλαβρία), όπου οι κάτοικοι μιλούν την κατωιταλική ελληνική διάλεκτο (Γκρίκο), αλλά αισθάνονται και είναι πέρα για πέρα Ιταλοί.

Η γλώσσα, ως μητρικό βίωμα, ανθίσταται στην αλλαγή. Κατά την Τουρκοκρατία, η παντελής έλλειψη σχολείων και η γεωγραφική απομόνωση των Αρβανιτών σε ορεινές "νησίδες" εμπόδισαν την άμεση γλωσσική τους αφομοίωση. Μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η διάλεκτος άρχισε να υποχωρεί ραγδαία. Ήδη οι νεότερες γενιές δεν τη μιλούν, και σε λίγα χρόνια θα διατηρηθεί μόνο μέσα από τα τοπωνύμια, τα οποία λειτουργούν σαν ιστορικές επιγραφές στο έδαφος.


Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, το 1879 οι Αρβανίτες της υπαίθρου ανέρχονταν σε 176.120 άτομα (10,65% του πληθυσμού) και το 1907 σε 236.707 (9%).


Ιωάννης Χρ. Πούλος
Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών


Γεωγραφία, Λεξιλόγιο και Επώνυμα


Τα Αρβανιτοχώρια στην Αχαΐα και την Ηλεία

  • Σούλι
  • Μοίρα
  • Τοπόλοβα (Αγ. Παρασκευή)
  • Μπαρδικώστα (Κρυσταλλόβρυση)
  • Ζουμπάτα
  • Λόπεσι (Καταρράκτης)
  • Άρλα
  • Βυθούλκα (ή Μπεθούλκα)
  • Γολέμι (ή Γκολέμι)
  • Καγκάδι
  • Ζώγα
  • Καλέντζι
  • Καλούσι
  • Κομποθέκρα
  • Κουρτέσι
  • Κριεκούκι
  • Λόγγος
  • Μαζαράκι
  • Μάνεσι
  • Ματαράγκα
  • Μίραλι
  • Μιχόι
  • Μπάστα
  • Μπεντένι
  • Μπολιώτι
  • Μπόρσι
  • Μπούκουρα
  • Μπράτι
  • Ρένεσι
  • Σκούρα
  • Σπάτα
  • Τόσκεσι
  • Τρεστενά
  • Τσαπόγα
  • Χαϊκάλι


*Σημείωση: Από το χωριό Καρούσι κατάγονται οικογένειες με το επώνυμο Μπούσιας (πιθανή σχέση με το Μπούας), ενώ το όμορο χωριό Μουρίκι ενδέχεται να σχετίζεται με το όνομα Μουρίκης.



Πενήντα Ελληνικές Λέξεις Αλβανικής Προέλευσης

  1. αλητάμπουρας (το δεύτερο συνθετικό)
  2. αμπάριζα (αντιδάνειο, ιταλικής αρχής)
  3. βλάμης
  4. γκιόνης
  5. γούβα (;)
  6. ζαμάρα (φλογέρα)
  7. ζουλάπι (;)
  8. καλαμπόκι
  9. καλέσα (η ξανθιά προβατίνα)
  10. καλικούτσα
  11. καρκαλέτσος
  12. καρούτα (σλαβικής απώτερης προέλευσης)
  13. κόκα (κεφάλι)
  14. κοκορέτσι
  15. κοπέλα / κοπέλι (;)
  16. κουλαντρίζω
  17. λάγιος (σκούρο πρόβατο)
  1. λάλα (η κάμπια)
  2. λάπα (κοιλιά σφαγίου)
  3. λιάρος (παρδαλός)
  4. λούγκα (εξοίδημα αδένων)
  5. λουλούδι
  6. λούμπα
  7. λούτσα
  8. μάγκας (;)
  9. μάλε βράσε
  10. μαρκαλίζω (;)
  11. μαρμάγκα
  12. μπάκα
  13. μπαμπέσης
  14. μπέσα
  15. μπομπότα
  16. μπουλούκι (μέσω αλβανικών, τουρκικής αρχής)
  17. μπουσουλάω
  1. πίπιζα
  2. πλιάκος (ο γέρος - ηπειρωτικό)
  3. πλιάτσικο
  4. πρατσαλίζω (καψαλίζω)
  5. σβέρκος
  6. σιγκούνα
  7. σιούτος (ζώο χωρίς κέρατα)
  8. τάτσι μίτσι κότσι
  9. τρίλιζα
  10. τσίφτης
  11. τσουνί (;)
  12. τσούπρα
  13. φάρα
  14. φέρμελη
  15. φλετουρώ (πεταρίζω)
  16. φλογέρα



Επίθετα Αρβανίτικης Προέλευσης & Ετυμολογία

  • Αδάμος / Αδάμης
  • Βαρλάμης (συχνό στη Σπάρτη)
  • Βέρβερης (τυφλός)
  • Βλαντής
  • Βηλαράς (επαγγελματικό, βηλαρ = τοπι υφάσματος)
  • Βουκλίζας (buqλέζε = η νυφίτσα)
  • Βρέζας (μπρέζε = το ζωνάρι)
  • Γιάτας / Γκλιάτης (μακρύς)
  • Γκάζας (γελαστός)
  • Γκέρμπεσης (Γερβάσιος)
  • Γκίνης (Γιάννης)
  • Γκιόλμας
  • Γκολέμης (λαίμαργος)
  • Γκούμας (Γιακουμής / Ιάκωβος)
  • Γκρίτσας / Γκριτζάλας (grizhele = καρακάξα)
  • Γκρέστας (greste = αγουρίδα)
  • Γκρίκας (γκρικ = λαιμός)
  • Γκρόπας (grope = λάκκος, όρυγμα)
  • Γκρούμας (grumas = λάρυγγας)
  • Γολεμάτης (γκολ ε μαδ = μεγάλο στόμα)
  • Δαγκλής (καταγωγή από την περιοχή Νταγκλή)
  • Δούνης (υποκοριστικό του Αντώνης)
  • Δώριζας (doreze = χερούλι, λαβή)
  • Ζαρκανίτης
  • Ζέγκος / Ζέης (πατριδωνυμικά)
  • Ζόγκας (ζογκου = πουλί)
  • Ζώτος (ζοτ = ο κύριος, ο αφέντης)
  • Καγκάδης / Κάγκας (kenge = άσμα, τραγούδι)
  • Θηλύζας (thelleze = η πέρδικα)
  • Κακαβάς / Κακαρούκας (κακοκυλημένος)
  • Καλέντζης (γανωτζής)
  • Καλέσης (μαλλιαρός)
  • Κάμιζας (της πλούσιας)
  • Κάμπασης (κάμπες = πεζός)
  • Κανάκης
  • Καντρέβας (συμμαζεμένος)
  • Καπαρέλης / Κασνέσης
  • Κέκης (κακός, πονηρός)
  • Κόκος / Κολόσης (Κώστας / Νικολάκης)
  • Κόκλας / Κόντος / Κόρεσης (θεριστής)
  • Κότσικας (κοκάλας)
  • Κούκης (κόκκινος)
  • Κουρτέσης / Κούτσης (κουτάβι)
  • Κράψας / Κριεκούκης (κοκκινομάλλης)
  • Κριεμπάρδης (ασπρομάλλης)
  • Κικίρας (κικερ = το ρεβύθι)
  • Κουμίσης (kemishe = πουκάμισο)
  • Κακάτσης / Καβαγίας (πατριδωνυμικά)
  • Λέζας / Λέζος (λεζε = ελιά στο σώμα)
  • Λέκκας (υποκοριστικό του Αλέξανδρος)
  • Λεπούρης / Λεπούρας (λαγός)
  • Λιάκρας (χόρτα) / Λιάρας (παρδαλός)
  • Λάντας (δρυς;) / Λότσας (φίλος)
  • Πρίφτης (παπάς) / Ρένεσης (ψεύτης)
  • Σκούρας / Σπάτας (σπάθας) / Χέλμης (φαρμάκης)


Πηγή στοιχείων λεξικού: Κώστας Μπίρης, στο βιβλίο του «Αρβανίτες»

Οι Σλάβοι στην Ελλάδα

Προσθέστε σχόλιο
 
Τα Σλάβικα τοπωνύμια και ειδικά τα μακροτοπωνύμια (αστικά) που έχουν μείνει σ' όλη την Ελλάδα και ειδικά στην Πελοπόννησο, είναι αψευδείς μάρτυρες της μακροχρόνιας παρουσίας Σλάβων σ' αυτούς τους χώρους.

Και για να μείνουν τα τοπωνύμια πάνω από χίλια χρόνια αδιατάρακτα ανάμεσα στους Έλληνες που έζησαν σε αυτά τα μέρη θα πει ότι η παρουσία των Σλάβων ήταν έντονη και μακροχρόνια.

Το γεγονός αυτό έκανε το Γερμανό ιστορικό Φαλμεράγιερ να πει ότι η Ελλάδα εκσλαβίστηκε και ότι δεν έμεινε ζωντανός Έλληνας μετά το πέρασμα από δω των Σλάβων. Κι όμως οι Σλάβοι αυτοί εξελληνίστηκαν!

Σ' όλη την Ελλάδα έχουν καταγραφεί, κατά τον Γερμανό ιστορικό Μάξ Βάσμερ (Vasmer) 2.123 μακροτοπωνύμια δηλαδή τοπωνύμια αστικών κέντρων και δεκάδες χιλιάδες μικρότερα τοπωνύμια ή αγροτικές περιοχές καθώς και χιλιάδες λέξεις, που πέρασαν και μετά πλάστηκαν για να γίνουν λειτουργικές στην Ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα αναφέρουμε εδώ τις πολύ κοινές λέξεις της νεοελληνικής γλώσσας λόγγος, λαγκάδα, βάλτος.

Μία ακόμη παρατήρηση πάνω στα Σλάβικα τοπωνύμια, είναι αρκετά διαφωτιστική για τον τρόπο που έγινε η εγκατάσταση στον Ελλαδικό χώρο. Τα Σλάβικα τοπωνύμια εντοπίζονται βασικά σε ορεινές περιοχές και πολύ λιγότερα σε πεδινές περιοχές και ελάχιστα σε παράλια. Οι Σλάβοι που διείσδυσαν στον Ελλαδικό χώρο έμειναν στις πλαγιές των βουνών και ασχολούνταν βασικά με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Τα μακροτοπωνύμια σλαβικής προέλευσης κατά το Μαξ Βάσμερ κατανέμονται ως εξής στις περιοχές της Ελλάδας: Μακεδονία 730, Θράκη 45, Ήπειρος 412, Θεσσαλία 165, Αιτωλοακαρνανία 98, Ευρυτανία 48, Φθιώτιδα 55, Φωκίδα 45, Βοιωτία 22, Αττική 18, Πελοπόννησος 429, Εφτάνησα 16, Εύβοια 19, Νησιά του Αιγαίου 4 και Κρήτη 17. Τα μακροτοπωνύμια δείχνουν την έκταση της Σλαβικής εγκατάστασης στον Ελλαδικό χώρο.

Οι Σλάβοι δεν πρέπει να πέρασαν από τον Ισθμό της Κορίνθου. Κατέβηκαν από την Αιτωλοακαρνανία και πέρασαν από το Αντίρριο- Ρίο. Ο μεγάλος αριθμός μακροτοπωνυμίων δείχνει την πορεία τους προς τα ΒΔ. και Δ. της Πελοποννήσου. Ακολούθησαν δηλαδή το δρόμο που είχαν ακολουθήσει στην αρχαιότητα διάφορα φύλα για να φτάσουν στην Πελοπόννησο: Πελασγοί, Ίωνες, Αρκάδες, Αζάνες, Λυκάονες και τελικά οι Δωριείς.

Η εμφάνιση των Σλάβων στη Βαλκανική.

Οι Σλάβοι ως τα χρόνια του Ιουστινιανού( βασίλευσε από το 527 έως το 565) κινούνταν ως το Δούναβη μαζί με τους Αβάρους.

Καθώς κατάρρευσαν οι στρατιωτικές δυνάμεις των Βυζαντινών στην περιοχή του Δούναβη, οι Σλάβοι διεισδύουν στο χώρο της Β. Βαλκανικής και φτάνουν και στην περιοχή Μακεδονίας. Η επέκταση των Σλάβων στον Ελλαδικό χώρο θα συνεχιστεί ως το 641. Στο διάστημα αυτό οι Σλάβοι έχουν περάσει και στην Πελοπόννησο και σε κάποια νησιά του Αιγαίου.

Οι Βυζαντινοί θα γυρίσουν σύντομα και θα επιβάλουν την εξουσία τους, αναγνωρίζοντάς τους Σλάβους που είχαν εγκατασταθεί εκεί κατόχους σ' ορισμένα σημεία. Στην Πελοπόννησο έχουμε εγκατάσταση Σλάβων στο Χελμό τον Ερύμανθο και στην Αρκαδία από την πρώτη εισβολή τους. Οπωσδήποτε έδιωξαν τους Βυζαντινούς άρχοντες και πήραν τη θέση τους. Δεν φαίνεται να κάνουν κρατικό μόρφωμα. Οι Βυζαντινοί που κρατάνε τις πόλεις και τα παράλια τους απώθησαν νωρίς προς τις πλαγιές των βουνών. Από κει θα κάνουν επιδρομές στους κάμπους, αλλά αρχικά δεν έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Στις αρχές του 8ου αιώνα η Πελοπόννησος γνωρίζει μια τρομερή καταστροφή: χτυπιέται από πανούκλα. Ο πληθυσμός της αφανίζεται και η χώρα σχεδόν ερημώνεται. Και όταν περάσει η πανούκλα, η χώρα βρίσκεται στο έλεος των Αράβων πειρατών(Σαρακηνών). Τότε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Ε’ (741-775) αποφασίζει να μεταφέρει εδώ ένοπλα τμήματα, «τύπου ακριτών», για να προστατεύσουν την χώρα. Έτσι κατόρθωσε να μισθώσει δυο ομάδες Σλάβων: τους Μίληγγες και τους Εζερίτες, που τους τοποθέτησε στις πλαγιές του Ταΰγετου και του Ερυμάνθου.

Οι του Ταϋγέτου ανέλαβαν τον έλεγχο των Ν. παραλίων της Πελοποννήσου και εκείνες του Ερυμάνθου τα Δ. παράλια προς το Ιόνιο Πέλαγος. Την ίδια εποχή εγκαθίστανται και στα Αροάνια(Χελμός) για τον ίδιο σκοπό.
Αυτές οι δυο εγκαταστάσεις θεωρούνται Σκλαβηνίες .(κρατικά μορφώματα)
Αυτοί οι Σλάβοι φρουροί ήταν αυτόνομοι και πολλές φορές θα εξεγερθούν κατά των Βυζαντινών, αλλά πάντα υποτάσσονταν στις ένοπλες βυζαντινές δυνάμεις χωρίς να εκδιώκονται και μένουν υποτελείς του Βυζαντίου στην ίδια περιοχή.

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’(802- 811) οι Σλάβοι της Πελοποννήσου αποστάτησαν και προχώρησαν σε αρπαγές των γύρω περιοχών. Στη συνέχεια συμμάχησαν με Σαρακηνούς πειρατές που είχαν κατακλύσει τότε το Αιγαίο και χτύπησαν την ισχυρότερη πόλη της Πελοποννήσου, την Πάτρα. Την πολιόρκησαν, αλλά δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν.

Ο θρύλος λέει ότι τους Σλάβους τους απέκρουσε ο Άγιος Ανδρέας. Οι Μίληγγες και Εζερίτες υποτάχθηκαν και πάλι στους Βυζαντινούς, διατηρώντας μία κάποια αυτονομία και πλήρωναν φόρο υποτέλειας. Η υποταγή τους έγινε το 807 και ο φόρος υποτέλειας δίνονταν στον Άγιο Ανδρέα της Πάτρας.

Το 924 έχουμε νέα εισβολή Σλάβων(Σκλαβηνών) από την Μακεδονία στην Πελοπόννησο. Ακολούθησαν τον Βούλγαρο ηγεμόνα Συμεών. Η εισβολή επαναλήφθηκε το 927 και έμειναν στην Πελοπόννησο ομάδες Σλάβων και μετά την αποχώρηση του Συμεών.

Η εγκατάσταση των Σλάβων.

«Όπως όλοι οι βάρβαροι στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σπάνε τα σύνορα και μπαίνουν στο χώρο της Αυτοκρατορίας σέρνοντας συνήθως μαζί τους τις οικογένειες και τα γιδοπρόβατά τους, με σκοπό να εγκατασταθούν εκεί. Για να το πετύχουν αυτό χτυπούσαν τις ένοπλες δυνάμεις του Βυζαντίου που έλεγχαν μία συγκεκριμένη περιοχή. Δεν αφάνιζαν τον πληθυσμό της περιοχής. Και γι' αυτό δεν εγκαθίστανται σε πεδιάδες. Έπιαναν τα ριζά των ορεινών όγκων και άφηναν τους κάτοικους να συνεχίζουν τη ζωή τους.

Οι βάρβαροι που εισέβαλαν και έπιαναν μία περιοχή εγκαθιστούσαν ένα κάποιο κρατικό μόρφωμα παρόμοιο με κείνο που θα συναντήσουμε στα κατοπινά χρόνια στο Σούλι, που κυριαρχούσε στα γύρω του εξήντα χωριά και φυσικά κρατάνε και τα κοπάδια τους που βόσκουν στους ελεύθερους χώρους.

Οι πρώτοι Σλάβοι που εγκαθίστανται στην Πελοπόννησο έπιασαν τις πλαγιές των βουνών, ενώ τις πόλεις και τους κόμβους τα κρατούσαν οι Βυζαντινοί. Εκεί ζούσε ο Ελληνικός πληθυσμός που άντεξε τις καταστροφές που προκάλεσαν οι βάρβαροι οι οποίοι έφτασαν στα μέρη τους. Οι Σλάβοι έπιασαν τις πλαγιές των βουνών και εκδιώχτηκε ο πληθυσμός που ζούσε εκεί. Γι' αυτό εδώ θα έχουμε χείμαρρους Σλαβικών τοπωνυμίων.

Εντελώς διαφορετική ήταν η εγκατάσταση Σλάβων στη Β. Βαλκανική. Στη Β. Βαλκανική οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες του 4ου και 5ου αιώνα αποφάσισαν να δημιουργήσουν ζώνες ασφαλείας της αυτοκρατορίας. Έδωσαν το χώρο που βρίσκεται μεταξύ του Δούναβη και του Αίμου και σε προέκταση και Δ. ως την Αδριατική σε σλαβικά φύλα, που θα έπαιρναν τον χαρακτήρα του Ομόσπονδου. Κάλεσαν αυτά τα φύλα που περιφέρονταν στους πέρα από το Δούναβη χώρους να εγκατασταθούν μόνιμα στο χώρο μεταξύ του Αίμου-Δούναβη. Και από το χώρο αυτό σήκωσαν όλο σχεδόν τον πληθυσμό και τον μετέφεραν σε άλλους χώρους( κύρια στη Μικρά Ασία). Τα κτήματα και τους οικισμούς τους παρέδωσαν στους ομόσπονδους Σλάβους, με τον όρο ότι θα υπερασπίζουν τα σύνορα του Δούναβη.

Φυσικά οι Σλάβοι δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους προς το βυζαντινό κράτος. Δε διαφύλαξαν τα σύνορα. Αντίθετα μάλιστα ήρθαν σε επαφή με τους πέρα από το Δούναβη ομοφύλους τους και τους Αβάρους και όλοι μαζί εισέβαλαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και την ερήμωσαν φτάνοντας ως την Πελοπόννησο. Έτσι για ένα διάστημα κυριάρχησαν στον Ελλαδικό χώρο. Τι σημαίνει όμως αυτό το «κυριάρχησαν»; Ακριβώς για τούτη την περίοδο μιλάει ο Φαλμεράγιερ όταν λέει ότι η Ελλάδα εκσλαβίστηκε.

Τονίζουμε για άλλη μία φορά ότι παρά τις καταστροφές που προκάλεσε η αβαροσλαβικλή επιδρομή, ο ελληνικός πληθυσμός δεν αφανίστηκε. Οι ομάδες των Αβαροσλάβων που κυριάρχησαν, αριθμητικά ήταν ελάχιστες έναντι του πληθυσμού που επέζησε. Με την δύναμη των όπλων και κρατώντας βασικά ορεινά σημεία υπέτασσαν τα γύρω χωριά και τα υποχρέωναν να τους πληρώνουν φόρους. Ήταν και παρέμειναν ως το τέλος ένα είδος στρατού κατοχής.

Οι Βυζαντινοί στα κατοπινά χρόνια εγκατέστησαν στα όρια του βυζαντινού χώρου διάφορες άλλες ομάδες με σκοπό την άμυνα της περιοχής. Ήταν κατά κύριο λόγο Βλάχοι που ως νομάδες κινούνταν σ' όλη την Βαλκανική. Οι Βλάχοι αυτοί εξελληνίστηκαν γρήγορα και έγιναν βασικό στοιχείο του ελληνισμού.

Οι εισβολές βαρβάρων από τη Β. Βαλκανική συνεχίζονται τον 11ο αιώνα. Είναι κύρια Γότθοι, που τελικά φεύγουν από τον ελλαδικό χώρο χωρίς να αφήσουν ίχνη, της εδώ παρουσίας τους. Το Βυζάντιο τους εξαγόρασε και τους έστρεψε προς τη Δύση, εκτός από ένα μέρος που εντάχθηκε στο στρατό του Βυζαντίου. Η κίνηση των Γότθων μας δίνει τη χαρακτηριστική εικόνα των επιδρομών αυτών. Έφτασαν και αυτοί ως την Πελοπόννησο. Κατέστρεψαν πόλεις, έκαψαν κυριολεκτικά την χώρα και τελικά αποσύρθηκαν για να στραφούν προς την Ιταλία. Ο ελληνικός πληθυσμός αποδεκατίστηκε, αλλά παρέμεινε στη θέση του.

Η κατάσταση των Σλάβων στην Πελοπόννησο αλλάζει ριζικά μετά την εμφάνιση των Φράγκων το 1204.

Οι Παλαιολόγοι έσπρωξαν τα λαϊκά στρώματα του ελληνικού πληθυσμού και των Σλάβων σε έναν απελπισμένο αγώνα κατά της άγριάς τους εκμετάλλευση. Οι Παλαιολόγοι θέλουν να δημιουργήσουν χώρους για να τοποθετηθούν οι Βυζαντινοί ευγενείς που εκτοπίστηκαν από τη Μικρά Ασία και έφταναν στην Πελοπόννησο. Τα λαϊκά στρώματα, Έλληνες και Σλάβοι, βρίσκονται σε κοινούς αγώνες. Και αυτό τους φέρνει πολύ κοντά. Σπάνε τα πλαίσια της αποκλειστικής κοινωνίας των Σλάβων και τελικά συγχωνεύονται μέσα στους κοινούς αγώνες με τους Έλληνες.

Στην προσπάθεια για την κατάκτηση της υπόλοιπης Πελοποννήσου οι Παλαιολόγοι μίσθωσαν περί τους 10.000 Αρβανίτες, βασικά από τις φάρες των Μπουαίων και τους εγκατέστησαν στο χώρο της Αρκαδίας ( Τεγέα και γύρω περιοχή ), όπου τους παραχώρησαν στρατιωτόπια, δηλαδή χώρο για να βόσκουν τα κοπάδια τους και να καλλιεργούν (τέλη του 13ου αιώνα).

Αυτήν την εποχή εκτός από τους Φράγκους που ελέγχουν το μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, οι Βενετσάνοι κατείχαν μερικά λιμάνια( Ναύπλιο, Μεθώνη, Κορώνη κλπ.). Οι Βενετσάνοι χρησιμοποιούν Αρβανίτες και Σκλαβούνους (Σλάβους) μισθοφόρους. Οι Βυζαντινοί κατέλαβαν σε διάστημα ενός αιώνα όλη σχεδόν την Πελοπόννησο, εκτός από Βενετσιάνικα λιμάνια.

Καθώς το Βυζάντιο χάνει και τις τελευταίες του περιοχές στη Μικρά Ασία, όλο και περισσότεροι Βυζαντινοί ευγενείς φτάνουν στη Λακωνία. Και οι δεσπότες του Μιστρά για να εξασφαλίσουν κτήματα για τους ευγενείς αυτούς, αφαίρεσαν και τα κτήματα που είχαν δοθεί στους Αρβανίτες μισθοφόρους. Και ενώ ήταν αρχικά απαλλαγμένοι από φόρους, τους φορολόγησαν. Αυτοί οι μισθοφόροι Αρβανίτες στασίασαν. Μαζί τους εξεγέρθηκαν και οι χωρικοί της υπαίθρου. Η εξέγερση παίρνει διαστάσεις πραγματικής επανάστασης στις αρχές της δεκαετίας του 1450-1460, την εποχή που τελικά έπεφτε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους.

Μέσα σ' αυτό το κλίμα πραγματοποιείτε η συγχώνευση όλων των ομάδων που ζούσαν εκείνα τα χρόνια στο Μοριά σε ενιαία εθνότητα: την Ελληνική. Για πρώτη φορά οι Σλάβοι που κράτησαν την ιδιαιτερότητά τους τόσους αιώνες τη χάνουν και συγχωνεύονται στη νεοελληνική εθνότητα. Το ίδιο γίνεται και με τους Αρβανίτες που είχαν μεταφερθεί ως μισθοφόροι από τους ίδιους τους Παλαιολόγους.

Ο κοινός εχθρός, το καθεστώς των Παλαιολόγων έγινε καταλύτης για τις ομάδες που ζούσαν στην Πελοπόννησο. Οι Παλαιολόγοι για να αντιμετωπίσουν τους εξεγερμένους, που ουσιαστικά κατέλαβαν όλη την Πελοπόννησο εκτός από μερικά κάστρα μέσα στα οποία είχαν κλειστεί οι πιστοί στους Παλαιολόγους μαχητές και οι ίδιοι οι Παλαιολόγοι, γύρεψαν τη βοήθεια των Τούρκων, των Τούρκων που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη!

Οι Τούρκοι με επικεφαλής τον Τούρκο στρατηγό Τουραχάν εισέβαλαν στην Πελοπόννησο και χτύπησαν τους εξεγερμένους.

Για άλλη μία φορά οι εξεγερμένοι ηττήθηκαν και κατέφυγαν στα ίδια μέρη, για να γυρίσουν και πάλι μόλις έφυγαν οι Τούρκοι. Τελικά, το 1462 κατέβηκε ο ίδιος ο Μωάμεθ Β’ στην Πελοπόννησο. Ο Θωμάς Παλαιολόγος διέφυγε στην Δύση μαζί με μερικούς από τους Βυζαντινούς άρχοντες, ενώ ο Δημήτριος Παλαιολόγος με την πλειοψηφία των Βυζαντινών αρχόντων παραδόθηκαν με όρους στον Μωάμεθ. Ο Δημήτριος έδωσε την κόρη του στο χαρέμι του Μωάμεθ Β’ και πήρε ως ανταμοιβή για την παράδοση το πασαλίκι του Πόρτο Λάγος.

Οι Τούρκοι θα πάρουν τα τιμάρια εκείνων που ακολούθησαν τον Θωμά Παλαιολόγο και έφυγαν για τη Δύση। Αυτά μόνο θα γίνουν Τουρκικά। Στα άλλα έμειναν οι Βυζαντινοί άρχοντες. Οι άρχοντες πέτυχαν την αναγνώριση της δικής τους εξουσίας ως υποτελείς του σουλτάνου. Η Πελοπόννησος αναγνωρίστηκε ως υποτελής ηγεμονία. Την εσωτερική εξουσία την ασκούσαν οι ελληνόφωνοι άρχοντες, που σχημάτιζαν μία τοπική κυβέρνηση με το όνομα Μοραγιάννηδες (καπετάνιοι του Μοριά) που ασκούσε όλα τα καθήκοντα μίας κυβέρνησης εκτός από το «Υπουργείο Στρατιωτικών» όπως θα λέγαμε σήμερα και το «Υπουργείο Εξωτερικών».

Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι ότι έχουν συγχωνευτεί στην ενιαία ελληνική εθνότητα Αρβανίτες και Σλάβοι και έχασαν τις ιδιαιτερότητές τους.Και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο γίνεται συγχώνευση όλων των ομάδων που βρέθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Ιδιαίτερα συγχωνεύονται και αφομοιώνονται στην Ελληνική εθνότητα οι Αρβανίτες, που είχαν εγκατασταθεί στον ελλαδικό χώρο ως μισθοφόροι και οι Αρβανίτες μισθοφόροι που έσερναν μαζί τους οι Βενετσιάνοι και μετά τη νίκη των Τούρκων έμειναν στον ελλαδικό χώρο. Επίσης αφομοιώθηκαν πλήρως οι βλάχικες ομάδες και οι σλαβοαρβανίτικες (Μαλακάσιοι κ.α.)

 100 σλαβικές λέξεις στην ελληνική γλώσσα


Ιδιωματικές λέξεις σλαβικής προέλευσης στα ελληνικά.
  • αστρέχα [το γείσο της στέγης]
  • βεδούρι [ξύλινο δοχείο για το γάλα]
  • γράνα [χαντάκι]
  • γρεντιά [ξύλινο δοκάρι]
  • καρούτα [ποτίστρα για τα ζώα]
  • καρτόφι [πατάτες στα ποντιακά]
  • καστραβέτσι [αγγούρι]
  • μισίρκα [γαλοπούλα στα σερρέικα]
  • οβορός [περιφραγμένη αυλή]
  • πλόσκα [ξύλινο φλασκί]
  • σμερδάκι [χαμοδράκι, είδος ξωτικού]
  • σουβάλα [φυσικός ταμιευτήρας νερού]
  • τσέργα [βελέντζα] 

Και για να ολοκληρώσουμε τη δουλειά μας, ενοποιούμε τους τρεις πίνακες σε έναν και έχουμε 100 ελληνικές λέξεις σλαβικής προέλευσης:
  1. αγκιτάτορας
  2. ασβός
  3. αστρέχα [το γείσο της στέγης]
  4. βάβω/μπάμπω
  5. βαγένι
  6. βάλτος
  7. βαρδάρης
  8. βεδούρα [ξύλινο δοχείο για το γάλα]
  9. βερβερίτσα
  10. βίδρα
  11. βίτσα
  12. βλάχος
  13. βοεβόδας
  14. βολοδέρνω [κατά το ΛΚΝ μόνο, ο Μπαμπινιώτης παράγει τη λέξη από τον βώλο του χώματος]
  15. βότκα
  16. βρικόλακας
  17. γιάφκα
  18. γκλάβα
  19. γκλαβανή [η καταπακτή]
  20. γκορτσιά
  21. γουστερίτσα
  22. γράνα [χαντάκι]
  23. γρεντιά [ξύλινο δοκάρι]
  24. ζαβλακώνομαι [κατά Μπαμπινιώτη μόνο, το ΛΚΝ παράγει από ζαβώνω+βλακώνω]
  25. ζαλίκι [φορτίο, και ρ. ζαλικώνω/ζαλώνω]
  26. ζούζουλο [ζωύφιο]
  27. ιντελιγκέντσια
  28. καρβέλι
  29. καρούτα [ποτίστρα για τα ζώα]
  30. καρτόφι [πατάτες στα ποντιακά]
  31. καστραβέτσι [αγγούρι]
  32. κλούβιος [κατά ΛΚΝ, ο Μπαμπινιώτης εκφράζει επιφυλάξεις]
  33. κνούτο
  34. κολεκτίβα
  35. κολχόζ
  36. κόρα
  37. κόσα [γεωργικό κοπτικό εργαλείο]
  38. κοτσάνι [ο Μπαμπινιώτης θεωρεί πως είναι τουρκικό δάνειο, πιθανώς σλαβικής απώτερης αρχής]
  39. κοτσίδα [ο Μπαμπινιώτης δίνει ελληνική ετυμολογία]
  40. κουλάκος
  41. κουνάβι
  42. κούρκος
  43. κουρνιάζω
  44. κουτάβι
  45. λακκούβα [με παρετυμολογία προς τον λάκκο]
  46. λόγγος
  47. λούτσα [κατά Μπαμπινιώτη είναι αλβανικό δάνειο]
  48. μαγούλα
  49. μαζούτ [το ΛΚΝ το θεωρεί δάνειο από αγγλ. ή γαλλικά, ρωσικής αρχής]
  50. μενσεβίκος
  51. μισίρκα [γαλοπούλα στα σερρέικα]
  52. μόρα
  53. μουζίκος
  54. μουντός
  55. μπαλαμούτι
  56. μπάρα [με τη σημασία 'λάκκος με νερά, λιμνούλα']
  57. μπέμπελη
  58. μπολσεβίκος
  59. μπουχός
  60. μπράτιμος
  61. μπροστέλα [με παρασύνδεση με τη λέξη 'μπροστά']
  62. νομενκλατούρα
  63. ντιρεκτίβα
  64. ντόμπρος
  65. οβορός [περιφραγμένη αυλή]
  66. πάπρικα
  67. περεστρόικα
  68. πέστροφα [παρετυμ. σύνδεση με το "επιστρέφω"]
  69. πιροσκί
  70. πλάβα [βάρκα λιμνίσια χωρίς καρίνα]
  71. πλόσκα [ξύλινο φλασκί]
  72. πογκρόμ
  73. προβοκάτσια
  74. πρόγκα
  75. ραβάνι [το ρυθμικό βάδισμα αλόγου, ο πλαγιοτροχισμός]
  76. ραβασάκι
  77. ρεκάζω
  78. ρήσος [ο λύγκας]
  79. ρούβλι
  80. ρούχο
  81. σαμοβάρι
  82. σανός
  83. σβάρνα
  84. σέμπρος
  85. σμερδάκι [χαμοδράκι, είδος ξωτικού]
  86. σοβιέτ
  87. σουβάλα [φυσικός ταμιευτήρας νερού]
  88. σπούτνικ
  89. στούμπος
  90. τζόρας
  91. τραντάζω [ο Μπαμπινιώτης δίνει και ελληνική εκδοχή]
  92. τρόικα
  93. τσαντίλα [το αραιοφαμένο σακούλι]
  94. τσάρος
  95. τσέλιγκας
  96. τσέργα [βελέντζα]
  97. τσίπα
  98. τσίτσα [ξύλινο δοχείο για κρασί]
  99. φράξια
  100. χουγιάζω
Κατάλογος των σλαβικών ονομάτων χωριών στην Αχαΐα:
  1. Ἀλέσταινα,
  2. Ἀναστάσοβα
  3. Ἀραβωνίτσα
  4. Ἀραγόζενα
  5. Ἀράχοβα
  6. Ἄρλα
  7. Βαλκουβίνα
  8. Βάλτος
  9. Βάλτσα
  10. Βελβίτσι
  11. Βέλια
  12. Βελιβίνα
  13. Βελιτσές
  14. Βελλά
  15. Βερβοβίτσι
  16. Βεργουβίτσα
  17. Βερσοβά
  18. Βερσίτσι
  19. Βερσοβίτσι
  20. Βίδοβο
  21. Βισοκά
  22. Βλωβοκά,
  23. Βόδοβα
  24. Βόστιτσα
  25. Βραχνί
  26. Βρέσταινα
  27. Βρέστενα
  28. Γαρδενά
  29. Γκέρμπεσι
  30. Γολέμι
  31. Γουμενίτσα
  32. Γρεβενόν
  33. Δεσινόν
  34. Δουμενά
  35. Δούνιτσα
  36. Δράγανον
  37. Δρεστενά
  38. Δροβολοβόν
  39. Ζαροῦχλα
  40. Ζουμπάτα
  41. Κακοτάρι
  42. Καλάβρυτα
  43. Καλέντζι
  44. Καλούσι
  45. Καμενιάνον
  46. Καμενίτζα
  47. Καμενίτσα
  48. Κεράσοβα
  49. Κλόκοβα
  50. Κόκοβα
  51. Κουνινά
  52. Κράβαρι
  53. Κράλη
  54. Κρασέτσα
  55. Κρόκοβα
  56. Κυρίτσοβα
  57. Λόγγος
  58. Λουμπίτσα
  59. Μιχόϊ
  60. Μοστίτσι
  61. Μουρόχοβα
  62. Μπάλα
  63. Μπράτι
  64. Νεζερά
  65. Ὀμπλοῦ
  66. Πεπελενίτσα
  67. Πιτίτσα
  68. Ποροβίτσα
  69. Πρεβεζόν
  70. Προβοδόν
  71. Προστοβίτσα
  72. Ῥαλλιά
  73. Ῥίκαβα
  74. Ῥουφιᾶς
  75. Σαλμενῖκον
  76. Σανταμέρη
  77. Σελιανίτικα
  78. Σελίτσα Πτέρη
  79. Σελλᾶ
  80. Σελλιάνα
  81. Σοποτόν
  82. Σούβαρδον
  83. Σουδενά
  84. Στρέζοβα
  85. Συλίβαινα
  86. Συρμπάνι
  87. Τοπόλοβα
  88. Τραγανόν
  89. Τσαραβίνα
  90. Φώσταινα
  91. Χελμός
  92. Χόζοβα
Διαφημίσεις