Σε μερικά χωριά, ορεινών κυρίως περιοχών της Πελοποννήσου (Αργολίδα, Αχαΐα, Ηλεία, Καλάβρυτα, Κορινθία, Μεσσηνία), σε χωριά της Αττικής, καθώς και στα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Σαλαμίνα, Εύβοια και Άνδρο, υπάρχουν ακόμη και σήμερα Έλληνες οι οποίοι, εκτός από την ελληνική, μιλούν και την «αρβανίτικη» διάλεκτο — μια μεικτή ελληνοαλβανική διάλεκτο, όπως την προσδιορίζουν οι γλωσσολόγοι.
Τους πληθυσμούς αυτούς τους ονομάζουμε συνήθως «Αρβανίτες». Φυσικά, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους κατοίκους της σημερινής Αλβανίας. Οι Αρβανίτες της χώρας μας είναι Έλληνες με πλήρη και ακμαία εθνική συνείδηση. Η μόνη σύνδεση με το παρελθόν είναι καθαρά ιστορική, και η μελέτη της μας εξηγεί το παράδοξο γεγονός: πώς βρέθηκε μια τέτοια διάλεκτος στην καρδιά της Ελλάδας.
Στη διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «Η Εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν», ερευνώ λεπτομερώς το ιστορικό αυτό θέμα στο σύνολό του, εξετάζοντας τους αλβανικούς εποικισμούς στη χώρα μας κατά το τέλος του Μεσαίωνα. Παραθέτω εδώ μια σύντομη περίληψη των στοιχείων αυτών.
Το Ιστορικό Πλαίσιο: Το Ύστερο Βυζάντιο και η Φραγκοκρατία
Βρισκόμαστε λίγες δεκαετίες πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.). Η άλλοτε ισχυρή Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν στα τελευταία της. Το πρώτο μοιραίο πλήγμα το είχε δεχθεί το 1204 μ.Χ. από τους Φράγκους Σταυροφόρους. Αν και οι Φράγκοι εκδιώχθηκαν από την Πόλη το 1261 από τη δυναστεία των Παλαιολόγων, η αυτοκρατορία δεν ανέκτησε ποτέ την παλαιά της αίγλη. Πολλά φραγκικά κρατίδια διατηρήθηκαν στην ηπειρωτική, νησιωτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο.
Ένα ισχυρό ελληνικό κράτος της περιόδου ήταν το περίφημο «Δεσποτάτο του Μορέως» (στην Πελοπόννησο), με ηγεμόνες από τη δυναστεία των Παλαιολόγων. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο θρυλικός Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, είχε διατελέσει προηγουμένως Δεσπότης του Μορέως.
Η Φραγκοκρατία προκάλεσε τεράστια δημογραφική αραίωση και ερήμωση λόγω των συνεχών πολέμων. Οι άρχοντες δεν είχαν εργατικά χέρια για την καλλιέργεια της γης, αλλά ούτε και στρατιώτες για τις πολεμικές τους αναμετρήσεις.
Τα Πρώτα Μεταναστευτικά Ρεύματα
Στις αρχές του 14ου αιώνα, νομάδες ποιμένες Αλβανοί, μαστιζόμενοι από εμφύλιους πολέμους στη δική τους πατρίδα, κατήλθαν νοτιότερα προς τις ελληνικές χώρες αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Η μετακίνησή τους είχε γενικά ειρηνικό χαρακτήρα. Για πρώτη φορά, περίπου 12.000 από αυτούς τους νομάδες εντοπίζονται το 1315 μ.Χ. στα όρη της Θεσσαλίας.
Όντας σκληραγωγημένοι ορεσίβιοι, αποτέλεσαν το κατάλληλο υλικό για μισθοφόρους στρατιώτες. Ο πρώτος Δεσπότης του Μορέως, Μανουήλ Καντακουζηνός (1348-1380), ο Φράγκος ηγεμόνας της Ευβοίας, καθώς και ο Νέριος Ατζαγιόλι (Φράγκος άρχοντας της Κορίνθου), χρησιμοποίησαν Αλβανούς για στρατιωτικούς σκοπούς.
Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους, οι Έλληνες και Φράγκοι άρχοντες τους παραχωρούσαν γεωργικό κλήρο σε ορεινές και ακαλλιέργητες περιοχές. Έτσι, οι έποικοι άφηναν τη νομαδική ζωή και μετατρέπονταν σε μόνιμους, χρήσιμους γεωργούς.
Το μέτρο αυτό εφάρμοσε ευρύτατα ο Δεσπότης της Πελοποννήσου Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος (1383-1407). Το 1405 κάλεσε 10.000 Αλβανούς ποιμένες, που είχαν σταθμεύσει στον Ισθμό, και τους εγκατέστησε σε ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου. Την πληροφορία αυτή μας παραδίδει ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος στον επιτάφιο λόγο προς τον αδελφό του Θεόδωρο.
Μετά το 1418, ακολούθησε ένα δεύτερο, μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Πελοπόννησο. Επρόκειτο για τους πληθυσμούς που είχαν εγκατασταθεί στην Αιτωλοακαρνανία και την Άρτα, οι οποίοι εκδιώχθηκαν όταν ο Φράγκος ηγεμόνας Κάρολος Τόκκος κατέλυσε την εκεί πολιτική τους εξουσία.
Ο Πρώιμος Εξελληνισμός και η Αφομοίωση
Οι έποικοι αυτοί εξελληνίστηκαν πλήρως και ταχύτατα, ήδη από τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Πέρα από το φυσικό αίσθημα προσαρμογής των ξένων προς το ιθαγενές στοιχείο, υπήρξαν ειδικοί λόγοι:
- Ανήκαν στη φάρα των Τόσκηδων, οι οποίοι ως γείτονες με τους Έλληνες της Ηπείρου είχαν ήδη δεχθεί ισχυρή ελληνική επίδραση.
- Ήσαν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γεγονός που δημιούργησε άμεση θρησκευτική και ψυχική σύμπνοια με τους Έλληνες, ειδικά απέναντι στον κοινό μουσουλμάνο κατακτητή.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Χ. Κ. Βάμβα για τους Αρβανίτες του Μοριά που κατέφυγαν στην Ιταλία στις αρχές του 19ου αιώνα για να γλιτώσουν από τις τουρκικές θηριωδίες. Με νοσταλγία τραγουδούσαν για τον Μοριά:
Ο, ε μπούκουρα Μορέα
τ'σέ κουρ τε λιάσε
με νέκε τε πάσε.
Άτιε κάμ ου ζότινε τάτε.
Άτιε καμ ου μέμενε τίμε.
Άτιε κάμ ου τίμενε βλα.
Ο, ε μπούκουρα Μορέα
τσε κουρ τε λιάσε
Με νέκε τε πάσε.
Ω, έμορφε Μορέα,
Από τότε που σε άφησα
Πλέον δεν σε ξαναείδα.
Εκεί έχω εγώ τον αφέντη πατέρα.
Εκεί έχω εγώ τη μητέρα μου.
Εκεί έχω εγώ τον αδελφό μου.
Ω, έμορφε Μορέα,
Από τότε που σε άφησα
Πλέον δεν σε ξαναείδα.
Το Γλωσσικό Φαινόμενο της Επιβίωσης
Πώς όμως διατηρήθηκε η γλώσσα ενώ η εθνική συνείδηση άλλαξε; Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Αντίστοιχο παράδειγμα αποτελούν τα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας (Απουλία, Καλαβρία), όπου οι κάτοικοι μιλούν την κατωιταλική ελληνική διάλεκτο (Γκρίκο), αλλά αισθάνονται και είναι πέρα για πέρα Ιταλοί.
Η γλώσσα, ως μητρικό βίωμα, ανθίσταται στην αλλαγή. Κατά την Τουρκοκρατία, η παντελής έλλειψη σχολείων και η γεωγραφική απομόνωση των Αρβανιτών σε ορεινές "νησίδες" εμπόδισαν την άμεση γλωσσική τους αφομοίωση. Μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η διάλεκτος άρχισε να υποχωρεί ραγδαία. Ήδη οι νεότερες γενιές δεν τη μιλούν, και σε λίγα χρόνια θα διατηρηθεί μόνο μέσα από τα τοπωνύμια, τα οποία λειτουργούν σαν ιστορικές επιγραφές στο έδαφος.
Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, το 1879 οι Αρβανίτες της υπαίθρου ανέρχονταν σε 176.120 άτομα (10,65% του πληθυσμού) και το 1907 σε 236.707 (9%).
Ιωάννης Χρ. Πούλος
Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών
Γεωγραφία, Λεξιλόγιο και Επώνυμα
Τα Αρβανιτοχώρια στην Αχαΐα και την Ηλεία
- Σούλι
- Μοίρα
- Τοπόλοβα (Αγ. Παρασκευή)
- Μπαρδικώστα (Κρυσταλλόβρυση)
- Ζουμπάτα
- Λόπεσι (Καταρράκτης)
- Άρλα
- Βυθούλκα (ή Μπεθούλκα)
- Γολέμι (ή Γκολέμι)
- Καγκάδι
- Ζώγα
- Καλέντζι
- Καλούσι
- Κομποθέκρα
- Κουρτέσι
- Κριεκούκι
- Λόγγος
- Μαζαράκι
- Μάνεσι
- Ματαράγκα
- Μίραλι
- Μιχόι
- Μπάστα
- Μπεντένι
- Μπολιώτι
- Μπόρσι
- Μπούκουρα
- Μπράτι
- Ρένεσι
- Σκούρα
- Σπάτα
- Τόσκεσι
- Τρεστενά
- Τσαπόγα
- Χαϊκάλι
*Σημείωση: Από το χωριό Καρούσι κατάγονται οικογένειες με το επώνυμο Μπούσιας (πιθανή σχέση με το Μπούας), ενώ το όμορο χωριό Μουρίκι ενδέχεται να σχετίζεται με το όνομα Μουρίκης.
Πενήντα Ελληνικές Λέξεις Αλβανικής Προέλευσης
- αλητάμπουρας (το δεύτερο συνθετικό)
- αμπάριζα (αντιδάνειο, ιταλικής αρχής)
- βλάμης
- γκιόνης
- γούβα (;)
- ζαμάρα (φλογέρα)
- ζουλάπι (;)
- καλαμπόκι
- καλέσα (η ξανθιά προβατίνα)
- καλικούτσα
- καρκαλέτσος
- καρούτα (σλαβικής απώτερης προέλευσης)
- κόκα (κεφάλι)
- κοκορέτσι
- κοπέλα / κοπέλι (;)
- κουλαντρίζω
- λάγιος (σκούρο πρόβατο)
- λάλα (η κάμπια)
- λάπα (κοιλιά σφαγίου)
- λιάρος (παρδαλός)
- λούγκα (εξοίδημα αδένων)
- λουλούδι
- λούμπα
- λούτσα
- μάγκας (;)
- μάλε βράσε
- μαρκαλίζω (;)
- μαρμάγκα
- μπάκα
- μπαμπέσης
- μπέσα
- μπομπότα
- μπουλούκι (μέσω αλβανικών, τουρκικής αρχής)
- μπουσουλάω
- πίπιζα
- πλιάκος (ο γέρος - ηπειρωτικό)
- πλιάτσικο
- πρατσαλίζω (καψαλίζω)
- σβέρκος
- σιγκούνα
- σιούτος (ζώο χωρίς κέρατα)
- τάτσι μίτσι κότσι
- τρίλιζα
- τσίφτης
- τσουνί (;)
- τσούπρα
- φάρα
- φέρμελη
- φλετουρώ (πεταρίζω)
- φλογέρα
Επίθετα Αρβανίτικης Προέλευσης & Ετυμολογία
- Αδάμος / Αδάμης
- Βαρλάμης (συχνό στη Σπάρτη)
- Βέρβερης (τυφλός)
- Βλαντής
- Βηλαράς (επαγγελματικό, βηλαρ = τοπι υφάσματος)
- Βουκλίζας (buqλέζε = η νυφίτσα)
- Βρέζας (μπρέζε = το ζωνάρι)
- Γιάτας / Γκλιάτης (μακρύς)
- Γκάζας (γελαστός)
- Γκέρμπεσης (Γερβάσιος)
- Γκίνης (Γιάννης)
- Γκιόλμας
- Γκολέμης (λαίμαργος)
- Γκούμας (Γιακουμής / Ιάκωβος)
- Γκρίτσας / Γκριτζάλας (grizhele = καρακάξα)
- Γκρέστας (greste = αγουρίδα)
- Γκρίκας (γκρικ = λαιμός)
- Γκρόπας (grope = λάκκος, όρυγμα)
- Γκρούμας (grumas = λάρυγγας)
- Γολεμάτης (γκολ ε μαδ = μεγάλο στόμα)
- Δαγκλής (καταγωγή από την περιοχή Νταγκλή)
- Δούνης (υποκοριστικό του Αντώνης)
- Δώριζας (doreze = χερούλι, λαβή)
- Ζαρκανίτης
- Ζέγκος / Ζέης (πατριδωνυμικά)
- Ζόγκας (ζογκου = πουλί)
- Ζώτος (ζοτ = ο κύριος, ο αφέντης)
- Καγκάδης / Κάγκας (kenge = άσμα, τραγούδι)
- Θηλύζας (thelleze = η πέρδικα)
- Κακαβάς / Κακαρούκας (κακοκυλημένος)
- Καλέντζης (γανωτζής)
- Καλέσης (μαλλιαρός)
- Κάμιζας (της πλούσιας)
- Κάμπασης (κάμπες = πεζός)
- Κανάκης
- Καντρέβας (συμμαζεμένος)
- Καπαρέλης / Κασνέσης
- Κέκης (κακός, πονηρός)
- Κόκος / Κολόσης (Κώστας / Νικολάκης)
- Κόκλας / Κόντος / Κόρεσης (θεριστής)
- Κότσικας (κοκάλας)
- Κούκης (κόκκινος)
- Κουρτέσης / Κούτσης (κουτάβι)
- Κράψας / Κριεκούκης (κοκκινομάλλης)
- Κριεμπάρδης (ασπρομάλλης)
- Κικίρας (κικερ = το ρεβύθι)
- Κουμίσης (kemishe = πουκάμισο)
- Κακάτσης / Καβαγίας (πατριδωνυμικά)
- Λέζας / Λέζος (λεζε = ελιά στο σώμα)
- Λέκκας (υποκοριστικό του Αλέξανδρος)
- Λεπούρης / Λεπούρας (λαγός)
- Λιάκρας (χόρτα) / Λιάρας (παρδαλός)
- Λάντας (δρυς;) / Λότσας (φίλος)
- Πρίφτης (παπάς) / Ρένεσης (ψεύτης)
- Σκούρας / Σπάτας (σπάθας) / Χέλμης (φαρμάκης)
Πηγή στοιχείων λεξικού: Κώστας Μπίρης, στο βιβλίο του «Αρβανίτες»
https://stratistoria.wordpress.com/9-ww2/valkania-ellinoitalikos-polemos/mahi-pindos-1940/#comment-164
ΑπάντησηΔιαγραφήΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΣΑΙΤ ΑΠΟΣΤΩΜΟΝΕΤΑΙ Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΤΩΝ ΦΑΣΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ .