Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Φιντέλ Κάστρο: Καταδικάστε με. Η Ιστορία θα με δικαιώσει!

Προσθέστε σχόλιο

Φιντέλ Κάστρο: Από την Εξέγερση στην «Ιστορική Απολογία»

Φιντέλ Κάστρο

Μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Φουλχένσιο Μπατίστα το 1952, ο Φιντέλ Κάστρο, που έφυγε από τη ζωή στις 25 Νοεμβρίου του 2016, οργανώνει τον ένοπλο αγώνα μαζί με τον αδελφό του Ραούλ.

Τον Ιούλιο του 1953, επιχειρεί να επιτεθεί στον στρατώνα Μονκάδα στο Σαντιάγο ντε Κούβα (ανατολικά) αλλά αποτυγχάνει. Ο Φιντέλ πιάνεται αιχμάλωτος κι ασκούμενος δικηγόρος τότε αναλαμβάνει ο ίδιος να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η απολογία του ξεδιπλώνει όλο του το όραμα για την επαναστατημένη Κούβα. Θα τελειώσει την ομιλία του με μια φράση που η πορεία του επιβεβαίωσε: «Καταδικάστε με. Η Ιστορία θα με δικαιώσει!».

Ο Κάστρο καταδικάζεται σε κάθειρξη 15 ετών. Αμνηστεύεται και αποφυλακίζεται δύο χρόνια αργότερα. Εξόριστος στο Μεξικό, αποβιβάζεται μαζί με 81 άνδρες -μεταξύ των οποίων ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα -τον Δεκέμβριο του 1959 στη νότια ακτή της χώρας. Η αποστολή αποδεκατίζεται. Καταφεύγει με μια χούφτα αντάρτες στους λόφους της Σιέρα Μαέστρα, καταφέρνει να αναδιοργανωθεί και να πάρει τον έλεγχο ενός τμήματος της επαρχίας Οριέντε.

Τον Αύγουστο του 1958 ξεκινά μια μεγάλη επίθεση η οποία θα καταλήξει στην κατάρρευση του καθεστώτος του Μπατίστα την 1η Ιανουαρίου 1959. Στις 8 Ιανουαρίου, περιβαλλόμενος από τους barbudos του - τον αδελφό του Ραούλ, τον Τσε Γκεβάρα, τον χαρισματικό Καμίλο Σιενφουέγος- ο Φιντέλ Κάστρο εισέρχεται θριαμβευτικά στην Αβάνα.


Η Ιστορική Απολογία

Ακολουθεί ολόκληρη η ιστορική απολογία του Φιντέλ Κάστρο που ξεδιπλώνει το όραμα του για την επανάσταση:

Αξιότιμοι δικαστές, αν υπάρχει στην καρδιά σας ίχνος αγάπης προς την πατρίδα σας, αγάπης για την ανθρωπότητα, αγάπης για τη δικαιοσύνη, ακούστε προσεκτικά. Γνωρίζω ότι θα φιμωθώ για πολλά χρόνια. Γνωρίζω ότι το καθεστώς θα προσπαθήσει να αποσιωπήσει την αλήθεια με κάθε δυνατό μέσο. Γνωρίζω ότι θα μια συνωμοσία με σκοπό να με θάψει στη λήθη. Αλλά η φωνή μου δεν θα κατασιγασθεί - θα αναδύεται από τα στήθη μου ακόμη και όταν θα νιώθω ολομόναχος, και η καρδιά μου θα της δίνει όλη τη θέρμη που οι άσπλαχνοι δειλοί της αποστερούν.

Από μια καλύβα στα βουνά, τη Δευτέρα 27 Ιουλίου, άκουσα τη φωνή του δικτάτορα στον αέρα, ενόσω δεκαοκτώ ακόμη από τους άντρες μας βρίσκονταν σε ένοπλη σύρραξη με την κυβέρνηση. Εκείνοι που ποτέ δεν βίωσαν παρόμοιες στιγμές δεν θα νιώσουν ποτέ αυτό το είδος πικρίας και αγανάκτησης. Την ώρα που οι ελπίδες που επί μακρόν τρέφαμε για την απελευθέρωση του λαού μας κείτονταν σε ερείπια, ακούσαμε για εκείνες τις κατεστραμμένες ελπίδες να επιχαίρει ένας τύραννος πιο μοχθηρός, πιο αλαζών από ποτέ.

Ο ατελείωτος χείμαρρος ψεμάτων και συκοφαντιών, που ξεχύθηκε με την άξεστη, απεχθή, αποκρουστική του γλώσσα, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον ατελείωτο χείμαρρο του αγνού νεανικού αίματος που έχει κυλήσει από την νύχτα που πέρασε - εν γνώσει του, με τη συγκατάθεσή του, με τη συνέργιά του και με την έγκρισή του - που χύνεται από την πιο απάνθρωπη συμμορία δολοφόνων που μπορεί κάποιος να φανταστεί.

Θα αρκούσε να τον πιστέψει ένας ενσυνείδητος άνθρωπος για μια στιγμή μόνο για να γεμίσει με τύψεις και ντροπή για την υπόλοιπη ζωή του. Εκείνη την ώρα δεν μπορούσα ούτε να ελπίζω να χαράξω στο άθλιο μέτωπο του το σήμα της αλήθειας, το οποίο θα τον καταδικάζει για την υπόλοιπη ζωή του και για όλες τις ημέρες που θα έρθουν. Ήδη ένας κλοιός από 1.000 και πάνω ανθρώπους, εξοπλισμένους με όπλα πιο ισχυρά από τα δικά μας και με αυστηρές εντολές να φέρουν πίσω τα πτώματά μας, έσφιγγε γύρω μας.

Τώρα που η αλήθεια βγαίνει στην επιφάνεια, τώρα που μιλώντας ενώπιον σας φέρω σε πέρας την αποστολή που όρισα για τον εαυτό μου, μπορώ να πεθάνω ήσυχα και ικανοποιημένος. Θα μιλήσω λοιπόν έξω από τα δόντια για αυτούς τους άγριους δολοφόνους.

Οι στρατιώτες Μονκάδα μετετράπησαν σε κολαστήριο μαρτυρίου και θανάτου. Κάποιοι επαίσχυντοι άνθρωποι μετέτρεψαν τις στολές τους σε ποδιές χασάπηδων. Οι τοίχοι ήταν πιτσιλισμένοι με αίμα. Οι σφαίρες που είχαν σφηνωθεί στους τοίχους ήταν επιστρωμένες με καψαλισμένα κομμάτια δέρματος, μυαλά και ανθρώπινες τρίχες, αποκρουστικά ενθύμια των κατά πρόσωπο πυροβολισμών από τουφέκια. Το γρασίδι γύρω από τους στρατώνες ήταν σκούρο και κολλούσε από το ανθρώπινο αίμα.

Τα εγκληματικά χέρια που καθοδηγούν το πεπρωμένο της Κούβας είχαν τοποθετήσει για τους φυλακισμένους στην είσοδο εκείνου του άντρου του θανάτου την επιγραφή που μόνο στην Κόλαση θα μπορούσε να είχε αναρτηθεί: ''Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα''. Ούτε καν αποπειράθηκαν να κουκουλώσουν τα πράγματα. Δεν μπήκαν στον ελάχιστο κόπο να συγκαλύψουν ότι έκαναν. Πίστευαν ότι είχαν εξαπατήσει τους ανθρώπους με τα ψέματά τους και κατέληξαν να εξαπατούν τους εαυτούς τους. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους αφέντες και άρχοντες του σύμπαντος, με εξουσία επί ζωής και θανάτου.

Ο φόβος που βίωσαν λοιπόν άμα τη επιθέσει μας την αυγή εξανεμίστηκε μέσα σε ένα χορό πτωμάτων, μέσα σε ένα μεθυσμένο όργιο αίματος. Ο Δάντης χώρισε την Κόλαση του σε εννέα κύκλους. Τοποθέτησε τους εγκληματίες στον έβδομο, τους κλέφτες στον όγδοο και τους προδότες στον ένατο. Δύσκολο δίλημμα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι δαίμονες, όταν θα προσπαθήσουν να βρουν ένα κατάλληλο σημείο για την ψυχή αυτού του ανθρώπου - αν αυτός ο άνθρωπος διαθέτει ψυχή. Ο άνθρωπος που υποκίνησε τις βάρβαρες ενέργειες στο Σαντιάγκο της Κούβας δεν έχει καν καρδιά.

Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι με ποταπά ένστικτα. Οι σαδιστές, οι κτηνάνθρωποι, ατέρμονοι μεταφορείς όλων των προπατορικών αταβισμών κυκλοφορούν με την αμφίεση ανθρώπινων πλασμάτων, είναι όμως τέρατα, χαλιναγωγούμενα μόνο λίγο πολύ από την πειθαρχία και την κοινωνική έξη. Αν τους προσφερθεί ένα ποτό από ένα ποταμό αίματος, δεν θα είναι ικανοποιημένοι ώσπου να στραγγίσουν τον ποταμό.

Ότι χρειάζονταν αυτοί οι άνθρωποι ήταν η διαταγή. Στα χέρια αφανίστηκαν οι καλύτεροι και οι ευγενέστεροι Κουβανοί: οι πιο γενναίοι, οι πιο ειλικρινείς, οι πιο ιδεαλιστές. Ο τύραννος τους αποκάλεσε ιεραποστόλους. Πέθαιναν ως ήρωες στα χέρια ανθρώπων που εισέπρατταν το μισθό τους από τη Δημοκρατία για να την υπερασπίσουν, υπηρετούν τα συμφέροντα μιας κλίκας και δολοφονούν τους καλύτερους πολίτες της.

Στη διάρκεια των βασανιστηρίων των συντρόφων μας, ο στρατός τους προσέφερε την ευκαιρία να σώσουν τις ζωές τους προδίδοντας την ιδεολογία τους και δηλώνοντας ψευδώς ότι ο Πρίο τους είχε δώσει χρήματα. Όταν με αγανάκτηση απέρριπταν αυτή την πρόταση, ο στρατός συνέχιζε με τα φρικτά βασανιστηρία του. Συνέθλιβαν τους όρχεις τους και ξερίζωναν τα μάτια τους. Αλλά κανείς δεν υπέκυψε. Δεν ακούστηκε κανένα παράπονο, ούτε ζητήθηκε καμία χάρη. Ακόμη και όταν είχαν στερηθεί τα όργανα του ανδρισμού τους, οι άνδρες μας ήταν ωστόσο χίλιες φορές περισσότερο άνδρες από όλους τους βασανιστές μαζί. Φωτογραφίες οι οποίες δεν λένε ψέματα, δείχνουν τα πτώματα κομματιασμένα. Χρησιμοποιήθηκαν και άλλες μέθοδοι.

Δεν είναι νεκρός, γιατί το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις παντοτινά.

Απογοητευμένοι από τη γενναιότητα των ανδρών, προσπάθησαν να τσακίσουν το πνεύμα των γυναικών μας. Με ένα ματωμένο ανθρώπινο μάτι στα χέρια τους, ένας λοχίας και διάφοροι άλλοι πήγαν στο κελί όπου κρατούνταν οι συντρόφισσές μας, Μέλμπα Χερνάντες και Χαιντέ Σανταμαρία. Απευθυνόμενοι στην τελευταία και δείχνοντας της το μάτι, είπαν ''Αυτό το μάτι άνηκε στον αδελφό σου. Αν δεν μας πεις όσα αυτός αρνήθηκε να πει, θα του ξεριζώσουμε και το άλλο''. Εκείνη, που αγαπούσε το γενναίο αδελφό της περισσότερο από καθετί, αποκρίθηκε γεμάτη μεγαλείο: ''Αν του ξεριζώσατε το ένα μάτι και δεν μίλησε, πολύ λιγότερο θα το πράξω εγώ''.

Αργότερα επέστρεψαν και έκαψαν τα χέρια τους με αναμμένα τσιγάρα ώσπου, τελικά, γεμάτοι μνησικακία, είπαν στη νεαρή Χαιντέ Σανταμαρία: ''Δεν έχεις πια αρραβωνιαστικό, γιατί τον σκοτώσαμε και αυτόν''. Παραμένοντας όμως ατάραχη, εκείνη απάντησε: ''Δεν είναι νεκρός, γιατί το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις παντοτινά''. Ποτέ ο ηρωισμός και η αξιοπρέπεια των γυναικών της Κούβας δεν είχε αγγίξει τέτοια ύψη.

Είμαστε Κουβανοί και το να είναι κανείς Κουβανός συνεπάγεται ένα καθήκον, η μη εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος είναι έγκλημα, είναι εθνική προδοσία. Είμαστε υπερήφανοι για την ιστορία της πατρίδας μας, τη διδαχθήκαμε στο σχολείο και μεγαλώσαμε ακούγοντας για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρώπινα δικαιώματα. Διδαχθήκαμε να τρέφουμε σεβασμό στο λαμπρό παράδειγμα των ηρώων και των μαρτύρων μας. Σεσπεδες, Αγκραμόντε, Μακέο, Γκόμες και Μάρτι ήταν τα πρώτα ονόματα που χαράκτηκαν στο μυαλό μας.

Διδαχθήκαμε ότι για την καθοδήγηση των ελεύθερων πολιτών της Κούβας, ο Απόστολος (ο Μαρτί, συγγραφέας του εν λόγω βιβλίου) έγραψε στο βιβλίο του "Ο χρυσούς αιών": ''O άνθρωπος που συμμορφώνεται με άδικους νόμους και επιτρέπει σε οποιονδήποτε άνθρωπο να κακομεταχειρίζεται την πατρίδα στην οποία γεννήθηκε δεν είναι έντιμος άνθρωπος... Στον κόσμο πρέπει να υπάρχει ένας ορισμένος βαθμός εντιμότητας όπως πρέπει να υπάρχει μια ορισμένη ποσότητα φωτός. Όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι χωρίς εντιμότητα πολλών ανθρώπων. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που επαναστατούν με μεγάλο σθένος ενάντια σε εκείνους που κλέβουν την ίδια την ανθρώπινη εντιμότητα. Μέσω εκείνων των ανθρώπων χιλιάδες ακόμη περιορίζονται, ένας ολόκληρος λαός περιορίζεται, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια περιορίζεται...''.

Διδαχθήκαμε ότι η 10η Οκτωβρίου και η 24η Φεβρουαρίου είναι ένδοξες επέτειοι εθνικής αφύπνισης διότι σηματοδοτούν ημέρες στις οποίες οι Κουβανοί επαναστάτησαν ενάντια στο ζυγό της απάνθρωπης τυραννίας.

Διδαχθήκαμε να αγαπούμε και να υπερασπιζόμαστε τη σημαία με το μοναχικό της άστρο και κάθε απόγευμα να τραγουδούμε τους στίχους του Εθνικού μας Ύμνου: ''Το να ζεις αλυσοδεμένος σημαίνει να ζεις στην ατίμωση'' και ''Το να πεθαίνεις για την πατρίδα σου σημαίνει να ζεις παντοτινά!''.

Όλα αυτά τα μάθαμε και δεν θα τα ξεχάσουμε ποτέ, ακόμη και αν σήμερα στη γη μας επιβάλλεται θάνατος και φυλάκιση στους ανθρώπους που εφαρμόζουν στην πράξη τις ιδέες που διδάχτηκαν από τα γεννοφάσκια τους. Γεννηθήκαμε σε μια ελεύθερη χώρα που μας κληροδότησαν οι γονείς μας και καλύτερα να βυθιστεί το νησί στη θάλασσα παρά να συναινέσουμε να είμαστε σκλάβοι οποιουδήποτε.

Φαινόταν ότι ο Απόστολος θα πέθαινε στη διάρκεια της εκατονταετηρίδας του. Φαινόταν ότι η μνήμη του θα έσβηνε για πάντα. Τόσο μεγάλη ήταν η προσβολή! Εν τούτοις, είναι ζωντανός δεν πέθανε. Ο λαός του είναι ανυπότακτος. Ο λαός του είναι άξιος. Ο λαός του είναι πιστός στη μνήμη του. Υπάρχουν Κουβανοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τις πεποιθήσεις του. Υπάρχουν νέοι άνδρες που με μεγαλόπρεπη ανιδιοτέλεια ήρθαν να πεθάνουν πλάι στον τάφο του, δίνοντας το αίμα τους και τις ζωές τους ούτως ώστε να εξακολουθήσει να ζει στην καρδιά του έθνους. Κούβα, τι θα είχες απογίνει αν άφηνες τον Αποστολό σου να πεθάνει;

Φτάνω στο τέλος της υπερασπιτικής μου έκκλησης, δεν θα την τελειώσω όμως όπως κάνουν οι δικηγόροι, ζητώντας την απελευθέρωση του κατηγορουμένου. Δεν μπορώ να ζητήσω ελευθερία για τον εαυτό μου τη στιγμή που οι σύντροφοί μου ήδη υποφέρουν στην επονείδιστη φυλακή στο Πευκονήσι. Στείλτε με εκεί να σμίξω μαζί τους και να μοιραστώ το πεπρωμένο τους. Είναι κατανοητό ότι οι ειλικρινείς άνθρωποι θα έπρεπε να είναι νεκροί ή φυλακισμένοι σε μια δημοκρατία όπου ο πρόεδρος είναι εγκληματίας και κλέφτης...

Γνωρίζω ότι ο εγκλεισμός θα είναι για εμένα πιο δύσκολος από ότι για οποιονδήποτε, γεμάτος άνανδρες απειλές και απαίσια απανθρωπιά. Δεν φοβάμαι όμως τη φυλακή, όπως δεν φοβάμαι το μένος του τιποτένιου τυράννου που πήρε τις ζωές εβδομήντα συντρόφων μου.

Καταδικάστε με. Δεν έχει σημασία. Η Ιστορία θα με δικαιώσει.

Honda C50 - Ο θρύλος των ’80s που μετατράπηκε σε σύμβολο κοινωνικής ανυπακοής

Προσθέστε σχόλιο
Κλασικό Honda Super Cub C50 της δεκαετίας του '80

Εκεί λοιπόν στην καρδιά της δεκαετίας του 1980, ανάμεσα στα φαντεζί χτενίσματα, το κιτσάτο ντύσιμο, τα έντονα βαψίματα, τις φωτεινές επιγραφές, τις ντίσκο και τις βιντεοταινίες, ένα πειραγμένο μηχανάκι βάλθηκε να απαθανατίσει τη νεανική κουλτούρα με την απαραίτητη εξαλλοσύνη της εποχής: το πενηντάρι Honda Super Cub!

Το λατρεμένο «παπάκι» ανέβασε στη σέλα του όλα όσα σήμαινε η ιδιαίτερη δεκαετία του ’80 και με ένα κατοστάρικο βενζίνη τα έφερε γυροβολιά απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα, δίνοντας έκφραση αλλά και μορφή στην εφηβική αναστάτωση. Σε μια εποχή που ο Σταμάτης Γαρδέλης ράγιζε καρδιές και η Ισμήνη Καλέση ήταν το sex symbol στα ελληνικά, το πειραγμένο «παπάκι» μεταμορφωνόταν στο όχημα της πολυπόθητης κοινωνικής αλλαγής που θα έβγαζε την Ελλάδα από την επαρχιώτικη φύση της και θα την άνοιγε στην ξενομανία και τον νεοπλουτισμό.

Η γέννηση του θρύλου

Καμιά εικόνα, ιστορία, κατάσταση ή θέαμα των ’80s δεν θα ήταν πλήρες χωρίς ένα «παπάκι» συνοδευτικό, καθώς πάνω του γαλουχήθηκαν όλα τα νιάτα στις γυροβολιές, τη σούζα και τις νεανικές αποκοτιές. Το προσιτό οικονομικά πενηντάρι «παπάκι», μεταχειρισμένο συνήθως από Ιαπωνία μεριά, το έβαζαν στο χέρι ακόμα τα 16χρονα αποκτώντας την πρώτη «ρόδα» τους, με την οποία θα γίνονταν οι πρώτες κοπάνες αλλά και τα παρθενικά μπασίματα στις ντισκοτέκ και τα καφέ.

Πειραγμένο Honda C50 με εξάτμιση Sebring

Όσο για τη σταδιοδρομία της φιγούρας, μία ήταν η υποχρεωτική στάση: το τσαμπουκάλεμα του «παπιού»! Η ποδιά κοβόταν ή αφαιρούνταν τελείως, η μαμίσια εξάτμιση άλλαζε αναγκαστικά σε Sebring και το μοτέρ «πειραζόταν», φτάνοντας από τα ταπεινά 50cc στα 72, τα 80 ή ακόμα περισσότερα κυβικά. Το μυθικό πια Honda Super Cub φορούσε τετράχρονο αερόψυκτο μονοκύλινδρο κινητήρα 50 κυβικών και ημιαυτόματο κιβώτιο τεσσάρων σχέσεων.

Τα μαρσαρίσματα έξω από τα ουφάδικα έδιναν και έπαιρναν, όπως και τα σπινιαρίσματα στο τσιμέντο με την ταχύτητα πατημένη. Αν και το «πείραγμα» δεν είχε να κάνει μόνο με τα μηχανικά μέρη, καθώς όλο το ζουμί ήταν στο στιλ και τη φιγούρα: το «παπί» έπρεπε να φυσάει! Γι’ αυτό και ξερίζωνες αμέσως τους καθρέφτες και τη σχάρα, αποσυναρμολογούσες την ποδιά και έκοβες τα φτερά.

Το «παπάκι» μπαίνει σουζάτο στην πολιτική

Πολιτική και παπάκι στην Ελλάδα του 1985

Ακόμα και προεκλογικό σύνθημα έγινε το ιστορικό μηχανάκι όταν οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ τραγουδούσαν εν χορώ «Καλύτερα παπάκι παρά τον Μητσοτάκη»! Πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 1985, το σύνθημα όχι μόνο ακουγόταν κατά κόρον στις συγκεντρώσεις και τους κεφενέδες, αλλά γράφτηκε κιόλας σε μαντρότοιχους.

Η ιστορία της «πάπιας»

Η γραμμή παραγωγής του Honda Super Cub

Το δημοφιλέστερο μηχανάκι όλων των δίτροχων εποχών, το «πολύ» Honda Super Cub, εμφανίστηκε στην Ιαπωνία το 1958. Ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Χόντα ζήτησε να φτιαχτεί ένα μηχανάκι που να οδηγείται με το ένα χέρι, ώστε οι ντελιβεράδες του Τόκιο να κουβαλούν παραγγελίες με νουντλς. Το Super Cub είχε γεννηθεί.

Παρά τη νοσταλγική θέση που έχει για εμάς τους Έλληνες, το «παπάκι» παραμένει το δημοφιλέστερο μηχανάκι όλων των εποχών!

Το κάστρο της Πάτρας και η ιστορία του

Προσθέστε σχόλιο
Το κάστρο της Πάτρας είναι χτισμένο σε χαμηλό λόφο του Παναχαϊκού σε απόσταση περίπου 800 μέτρων από την ακτή. Οικοδομήθηκε από τον Ιουστινιανό περίπου το 551 μ.Χ. για την άμυνα της περιοχής και ανήκει στα λεγόμενα κεφαλόκαστρα της Πελοποννήσου.

Η αρχαία Ακρόπολη των Πατρών είναι το καλύτερο σημείο για να αγναντέψει κανείς από ψηλά την πόλη. Από αυτό το σημείο αγνάντευε ο ιωνικής καταγωγής Εύμηλος, οικιστής και βασιλιάς της πρώτης μικρής πόλης που χτίστηκε εδώ. Τίποτα φυσικά δε σώθηκε απ’ αυτόν, πέρα από το μύθο που αναφέρει ότι αυτός πρώτος έμαθε να καλλιεργεί σιτάρι στον τόπο του, γι’ αυτό και ονόμασε την πόλη του Αρόη (από την λέξη «άροση»).

Τα πρώτα τείχη ήταν μάλλον πλίθινα και γκρεμίστηκαν κατά την κάθοδο των Δωριέων (περίπου 1104 π.Χ.) εναντίον των Αχαιών. Αργότερα, οι Αχαιοί, με βασιλιά των Πρευγένη και το γιό του Πατρέα, από τον οποίο η Αρόη μετονομάστηκε σε Πάτρα, αφού επιτέθηκαν στους Δωριείς, ξαναέγιναν κυρίαρχοι στον τόπο τους.

Στο χώρο της Ακρόπολης (σημερινό Κάστρο) οι κάτοικοι της Αρόης είχαν μνημείο αφιερωμένο στον Ευρύπυλο. Αργότερα έφτιαξαν ναό, στον οποίο λάτρευαν την αρχαιότερη προστάτιδά τους, τη θεά Αθηνά, η οποία μετά το 280 π.Χ., οπότε αναδιοργανώθηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία, ονομάστηκε Παναχαΐδα. Στο ναό της θεάς υπήρχε χρυσελεφάντινο άγαλμά της.

Οι αιώνες που πέρασαν, μαζί και κάποιοι πόλεμοι, κυρίως εκείνος της Αχαϊκής Συμπολιτείας ενάντια στους Ρωμαίους κατακτητές, και οι σεισμοί, ιδιαίτερα ο μεγάλος σεισμός του καλοκαιριού του 551 μ.Χ., αφάνισαν τα τείχη και τα ιερά της Ακρόπολης.

Οι κάτοικοι της Πάτρας δε νοιάζονταν πια να ξαναχτίσουν τα ισοπεδωμένα ιερά της Ακρόπολής τους και της πόλης τους, γιατί προτίμησαν τη νέα θρησκεία του Χριστιανισμού, που τους δίδαξε ο Πρωτόκλητος Απόστολος Ανδρέας.

Αργότερα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιουστινιανός θα χτίσει στο λόφο της αρχαίας ακρόπολης, στη θέση του επάνω μέρους του σημερινού Κάστρου, μικρό φρούριο (βυζαντινό κάστρο), με υλικά προχριστιανικών οικοδομημάτων.Στο μικρό βυζαντινό κάστρο της Ακρόπολης της Πάτρας που το χτίσιμό του έγινε μετά το σεισμό του 551 μ.Χ., θα κλειστούν το 805 μ.Χ., οι Βυζαντινοί, για να αντισταθούν και να αποκρούσουν την επιδρομή των Σλάβων και των Σαρακηνών, που πολιόρκησαν την πόλη. Τελικά, μετά από αποφασιστική έξοδο ακολούθησε η λαμπρή νίκη των Βυζαντινών.

Όμως το κάστρο της Πάτρας δεν άντεξε αργότερα στο πολιορκητικό χτύπημα των Φράγκων ιπποτών κατά τη διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας. Οι Φράγκοι κατακτητές ανέλαβαν την ενίσχυση και την επέκταση του μισοκατεστραμένου κάστρου. Πιο συγκεκριμένα ο Φράγκος Αρχιεπίσκοπος της Πάτρας Άντελμος ανέλαβε την οχύρωση του φρουρίου και προχώρησε στην ίδρυση πύργων στη δυτική πλευρά. Με τα έργα αυτά, της ανύψωσης και της επέκτασης, το κάστρο πήρε τη σημερινή του, περίπου μορφή.Το φράγκικο Κάστρο της Πάτρας θα περάσει τους δύο επόμενους αιώνες πολλές περιπέτειες. Το διαφεντεύουν οι Φράγκοι και οι παπικοί της Ρώμης.

Στις αρχές του 15ου αιώνα οι Φράγκοι έχουν χάσει τμήματα της Πελοποννήσου. Τα πλούτη, όμως, της Πάτρας και το λιμάνι της, που έσφιζε από κίνηση, τράβηξαν το ενδιαφέρον των Ενετών, οι οποίοι ζήτησαν την εκμίσθωση της βαρωνίας από το λατίνο αρχιεπίσκοπο, που διατήρησε την πνευματική του δικαιοδοσία. Έτσι, το κάστρο της Πάτρας βρέθηκε στα χέρια των Ενετών.Στις 19 Μαρτίου 1429, παραμονή των Βαΐων, οι Παλαιολόγοι που έχουν στρατοπεδεύσει στην Πάτρα, πραγματοποιούν επιτυχημένη έφοδο στο κάστρο. Η πόλη ελευθερώνεται και το κάστρο της Πάτρας ύστερα από 225 χρόνια ανήκει και πάλι στους Έλληνες.

Στα 1446, ο σουλτάνος Μουράτ Β’ κυριεύει την Κόρινθο και κατευθύνεται προς την Πάτρα. Τρία χρόνια αργότερα ο Μουράτ Β’ συνθηκολογεί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο με τον όρο ότι η Πελοπόννησος θα πληρώνει ετήσιο φόρο. Το πέσιμο της πρωτεύουσας του Βυζαντίου από το Μωάμεθ Β’ και ο θάνατος του Παλαιολόγου είναι η αρχή του τέλους.

Το Μάϊο του 1460, ο Μοριάς προσαρτήθηκε οριστικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και το κάστρο της Πάτρα θα διατηρηθεί στα τουρκικά χέρια για 66 χρόνια.Το 1532 θα πολιορκηθεί από τα ισπανικά στρατεύματα του ναύαρχου Ανδρέα Doria. Η τούρκικη φρουρά παραδόθηκε και απομακρύνθηκε προς τη Ναύπακτο. Στη συνέχεια ο Doria, αφού εγκατέστησε φρουρά στην Ακρόπολη, ανέθεσε τη φρούρηση στον Ενετό Αντώνιο Βάρβαρο.

Αυτή η κάποια ανάσα για τους Πατρινούς δεν κράτησε πολύ γιατί μετά από έξι μήνες οι Τούρκοι θα διώξουν τους Ισπανούς και θα ξαναπάρουν το Κάστρο.
Στα 1687, 155 χρόνια μετά από εκείνη την ανάσα του Doria, ο Ενετός στρατάρχης Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο επικαλούμενος Πελοποννησιακός, κυρίευσε την Πάτρα και το Κάστρο της. Στη διάρκεια της πολιορκίας ο Τούρκος πασάς Μεχμέτ, βλέποντας πως όλα είναι χαμένα, ανατίναξε μέρος του φρουρίου. Σε όλη την περίοδο των 28 χρόνων της Β’ Ενετοκρατίας (1687 – 1715), οι Ενετοί έκαναν τις δυνατές επιδιορθώσεις του Κάστρου.


Το 1714 ένας δυνατός σεισμός προξένησε σοβαρότατες καταστροφές στην πόλη και το κάστρο. Έτσι μισογκρεμισμένο θα το βρουν οι Τούρκοι τον επόμενο χρόνο, που θα το ξανακάνουν δικό τους, αφού η ενετική φρουρά του θα το εγκαταλείψει χωρίς μάχη.
Οι Πατρινοί, που υπέφεραν, όπως και όλοι οι Έλληνες, απ’ το βάρος της τούρκικης σκλαβιάς, μόνο μια φορά σε όλη την υπεραιώνια δεύτερη τουρκοκρατία, ένιωσαν τις καρδιές τους να χτυπούν χαρούμενα. Ήταν το 1770, όταν τα στρατεύματα των Ρώσων αδερφών Ορλώφ, συνεργαζόμενα με τους νησιώτες (Κεφαλλονίτες, Ζακυνθινούς), πολιόρκησαν το Κάστρο τους.

Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1770, όταν οι Ρώσοι έλυσαν την πολιορκία του Κάστρου της Πάτρας και ταυτόχρονα έδωσαν τέλος στην τούρκικη θηριωδία. Όσοι από τους κατοίκους δεν πρόλαβαν να φύγουν σφάχτηκαν και η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες.
Η Πάτρα ήταν ένα σωρός από στάχτες για πολλά χρόνια μέχρι το 1821, οπότε μέσα από τις στάχτες (όχι μόνο της Πάτρας αλλά ολόκληρου του Μοριά) ξεπήδησε η φλόγα της επανάστασης.

Οι Τούρκοι έμειναν στο κάστρο της Πάτρας μέχρι το 1828, οπότε το παρέδωσαν αμαχητί στην πολύ ανώτερη δύναμη του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος υπό το στρατηγό Μαιζόν (ο οποίος έδωσε το όνομά του στην οδό Μαιζώνος, έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης).Μετά την αποχώρηση των Τούρκων, οι Γάλλοι με την βοήθεια των Πατρινών επιδιόρθωσαν την τάφρο και τα ετοιμόρροπα μέρη του Κάστρου και έστησαν πολλά πυροβολεία. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Κατοχής οι Γάλλοι άνοιξαν καφενείο, το Café Parisien, στο οποίο προσφερόταν και γαλλικός καφές.

Στις 15 Αυγούστου 1829 οι Γάλλοι παρέδωσαν το Κάστρο της Πάτρας μαζί με αυτό του Ρίου στον Έλληνα φρούραρχο Ράϊκο, ο οποίος ξεκίνησε καινούργιες επισκευές. Από τότε το κάστρο είναι ελληνικό.Στα τέλη του 19ου αιώνα κάποιος Μιλτιάδης Δόξας, ταξίαρχος και τότε υποψήφιος βουλευτής, ζητούσε την κατεδάφισή του, αίτημα που φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε.Μάλιστα, είχε και την υποστήριξη τοπικής εφημερίδας.Το Κάστρο είχε λειτουργήσει και ως εγκληματικές φυλακές από το 1880 ως το 1926.

Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βομβαρδίστηκε από τους Ιταλούς. Ταρακουνήθηκαν τα τείχη, έπεσε το επάνω μέρος του στρογγυλού δυτικού πύργου και καταστράφηκαν τα στρατιωτικά κτίρια που είχαν προστεθεί στο νοτιοδυτικό εσωτερικό χώρο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής γκρεμίζεται ένα μέρος της κύριας εισόδου του μαζί με την τοξωτή καστρόπορτα.

Από το 1950 μέχρι το 1973 ο χώρος του Κάστρου ανήκε στο Δήμο, τον οποίο χρησιμοποιούσε ως φυτώριο. Από το 1973 και μετά το Κάστρο βρίσκεται υπό την εποπτεία της ΣΤ’ Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.Το 1950 έγιναν κάποιες ανασκαφές με διάνοιξη τάφρου δίπλα στα ερείπια της λατινικής εκκλησίας, όπου βρέθηκαν διάφορα ευρήματα. Η λεγόμενη λατινική εκκλησία αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα ερείπια στο χώρο του Κάστρου. Είναι τα ερείπια του πρωτοβυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας, ο οποίος μετατράπηκε σε λατινική εκκλησία και μετά σε τζαμί.

Στα χρόνια 1971 – 73 έγιναν εργασίες στερέωσης των τειχών και των πύργων, κλεισίματος των ρωγμών, ετοιμόρροπων τμημάτων, καθαρισμού των τόξων υπό την εποπτεία του Ευστ. Φεργαδιώτη.Από το 1986 ο Δήμος Πατρών έφτιαξε ένα λυόμενο θέατρο όπου πραγματοποιούνται καλλιτεχνικές παραστάσεις.


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΦΡΟΙ

Στο κάστρο υπάρχουν 2 τάφροι. Η μια τάφρος (εξωτερική) περιέβαλλε τις 3 πλευρές του κάστρου. Η δεύτερη είναι εσωτερική και περιέβαλλε τις 2 πλευρές του εσωτερικού περιβόλου. Η επικοινωνία πάνω από τις τάφρους πρέπει αρχικά να γινόταν με ξύλινες γέφυρες, ενώ μεταγενέστερα κατασκευάστηκαν δίτοξες κτιστές γέφυρες όπως αυτή που υπάρχει σήμερα μπροστά από την είσοδο του εσωτερικού περιβόλου. Ιστορικά δεν είναι γνωστό σε ποια εποχή διανοίχτηκαν οι τάφροι, όμως από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά τους καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι έργο των φράγκων ή των Ενετών.

Η ΚΥΡΙΑ ΠΥΛΗ

Η κεντρική είσοδος του κάστρου βρίσκεται στο μέσο της ανατολικής πλευράς και σήμερα σώζεται μόνο ένα μέρος τη. Ένας πλινθόκτιστος θόλος καλύπτει το πέρασμα προς το εσωτερικό του κάστρου, όπου υπάρχουν 2 τοξωτά ανοίγματα. Το πρώτο είναι οξυκόρυφο και παρόμοιας κατασκευής με την εξωτερική πύλη ενώ προς τα δυτικά υπάρχει λιθόκτιστος θόλος και τοξωτό ημικυκλικό άνοιγμα.

ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Τα πρώτα τείχη ήταν μάλλον πλίθινα και γκρεμίστηκαν από τους Δωριείς περίπου το 1100 π.Χ. Η πρώτη οικοδομική φάση χρονολογείται στο 2ο μισό του 6ου αιώνα και χαρακτηρίζεται κυρίως από τη χρήση αρχαίου υλικού. Η εξωτερική όψη των τειχών αυτής της φάσης αποτελείται από τεράστιους δρόμους (πώρινους ή μαρμάρινους) και διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως επιστύλια, τμήματα αγαλμάτων και κιόνων. Η επόμενη οικοδομική φάση ανήκει στην περίοδο της φραγκοκρατίας και η κατασκευή των τειχών αυτής της περιόδου διακρίνεται από τη χρήση μικρών λίθων (προερχόμενων από αρχαία οικοδομήματα), πετρών και κεραμιδιών συνδεδεμένων με κονίαμα. Τα τείχη διατηρούν στο πάνω μέρος τη μορφή που πήραν μετά τις επισκευές των χρόνων της Τουρκοκρατίας.

ΠΡΟΜΑΧΩΝΕΣ

Στο βορειοδυτικό άκρο του φρουρίου οι Βενετοί κατασκεύασαν επιβλητικό προμαχώνα που δεσπόζει της πόλης. Η θέση του δεν είναι τυχαία. Περιηγητής του 17ου αιώνα αναφέρει για τον προμαχώνα: «καλοχτισμένος, ψηλός και ισχυρός, με πολύ μακριά κανόνια που ελέγχουν το δρόμο και που βρίσκονται τοποθετημένα πολύ ψηλά ώστε να χτυπήσουν με επιτυχία κάποιο πλοίο». Πολυγωνικός προμαχώνας υπάρχει και στη νοτιοανατολική γωνία του κάστρου. Ο προμαχώνας αυτός είναι 7πλευρος, έχει βυζαντινό τρόπο δόμησης και χτίστηκε από τους Τούρκους.

ΠΥΡΓΟΙ

Στο μέσο του νότιου τείχους του κάστρου υπάρχει πύργος της πρώτης οικοδομικής φάσης. Ο πύργος αυτός είναι γνωστός ως πύργος της Πατρινέλλας. Στο μέσο της βόρειας πλευράς προστέθηκε στα χρόνια της Τουρκορατίας κυκλικός πύργος διαμορφωμένος ώστε να εξυπηρετεί πυροβόλα όπλα.

ΤΖΑΜΙ

Το τζαμί έχει ορθογωνική κάτοψη και σε ύψος σώζεται μόνο η νότια πλευρά του. Πρόκειται για τα μόνα σωζόμενα ερείπια στο χώρο του κάστρου. Αρχικά επρόκειτο για τον προβυζαντινό ναό της αγίας Σοφίας, ο οποίος μετατράπηκε σε λατινική εκκλησία και μετά σε τζαμί.


ΠΑΤΡΙΝΕΛΑ

Πρόκειται για μαρμάρινο άγαλμα ακρωτηριασμένο, με γενειοφόρο κεφάλι, κομμένο στο λαιμό. Ο Θωμόπουλος υποστήριζε ότι μοιάζει στο Δία, ενώ άλλοι στον Πατρέα. Κατά την τουρκοκρατία κάποιοι αφελείς κάτοικοι που από το φόβο των τούρκων δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα τείχη, μεταμόρφωσαν το άγαλμα σε γυναίκα και το ονόμασαν Πατρινέλλα. Σπίτι της θεωρείται το κάστρο και συγκεκριμένα η εξωτερική κόγχη του Νοτίου τείχους, όπου βρίσκεται.

Σύμφωνα με την παράδοση εξασφάλιζε την πόλη από κάθε κακό και κυρίως από τις επιδημίες που τότε ήταν συχνές. Οι γυναίκες που κατοικούσαν κοντά στη δεξαμενή φαντάζονταν ότι τα μεσάνυχτα κατέβαινε στην πόλη. Μάλιστα μετά από το θάνατο κάθε σημαντικού Πατρινού έβγαινε τη νύχτα στους δρόμους της πόλης, σέρνοντας χοντρές αλυσίδες. Θεωρείται ως στοιχειό περπατιάρικο και αγαθοποιό. Μάλιστα οι άνθρωποι έπιναν άφοβα νερό γύρω από την πηγή της.

Τα παιδιά της συνοικίας του Παντοκράτορα, όταν επρόκειτο να δώσουν αγώνα πετροπόλεμου με τα παιδιά άλλης συνοικίας και κυρίως του Αγ. Δημητρίου, πήγαιναν στην Πατρινέλλα και έδιναν όρκο ότι θα νικήσουν.Γύρω στο 1966 έγινε κάποιος θόρυβος για εμφάνιση της Πατρινέλλας στην Πάτρα.

Πηγή: Achaia News

Μίνι Περιμετρική Πάτρας - Ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα

Προσθέστε σχόλιο

Η Μίνι Περιμετρική της Πάτρας: Ένα Έργο Ζωτικής Σημασίας

Στις 22 Σεπτεμβρίου 2018 και ώρα 14:30, η πόλη της Πάτρας υποδέχτηκε ένα έργο πνοής: την Μίνι Περιμετρική. Η παράδοσή της στην κυκλοφορία άλλαξε ριζικά τα δεδομένα στην καθημερινή μετακίνηση των πολιτών.

Ο Στόχος του Έργου

Το έργο αυτό ήταν πολυαναμενόμενο από την τοπική κοινωνία. Κύριος στόχος της Μίνι Περιμετρικής ήταν:

  • Η αποσυμφόρηση του κέντρου της πόλης από τον κυκλοφοριακό φόρτο.
  • Η διευκόλυνση των τροχοφόρων, ώστε να αποφεύγεται η διέλευση από το κέντρο.
  • Η δημιουργία προϋποθέσεων για μελλοντικές πεζοδρομήσεις και κυκλοφοριακές αλλαγές που θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των κατοίκων.

Κυκλοφοριακές Ρυθμίσεις & Επικοινωνία

Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, σε στενή συνεργασία με την Τροχαία Πατρών, μερίμνησε για την ομαλή ρύθμιση της κυκλοφορίας, ειδικά κατά το πρώτο κρίσιμο διάστημα λειτουργίας του δρόμου. Παράλληλα, η Περιφέρεια διατήρησε ενεργό ρόλο στην παρακολούθηση των κυκλοφοριακών δεδομένων, με σκοπό την άμεση παρέμβαση όπου κρινόταν αναγκαίο.

Θέλετε να αναφέρετε κάποια δυσλειτουργία;

Πολίτες και φορείς μπορούν να στέλνουν τις επισημάνσεις τους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση:

miniperimetriki@pde.gov.gr

Όλα τα μηνύματα κατηγοριοποιούνται και αποστέλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες για την επίλυσή τους.

Η Τελετή Παράδοσης

Την ημέρα της παράδοσης, ο Περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας, κ. Απόστολος Κατσιφάρας, εισήλθε στη Μικρή Περιμετρική από την είσοδο Ταμπαχάνων. Αφού διέσχισε το τεχνικό εξόδου, κατευθύνθηκε στον Αρχαιολογικό Χώρο του Ρωμαϊκού Υδραγωγείου, όπου πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές δηλώσεις προς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Επίσκυρος: Το αρχαίο ελληνικό ποδόσφαιρο

Προσθέστε σχόλιο

Επίσκυρος: " ό, παιδιά τις, διά σφαίρας", " ό, μέ τά πολλών, σφαιρισμός " (Ησυχ.) {Από το Ομηρικό Λεξικό των LIDDEL & SCOTT}.
Δηλαδή " αυτός που παίζει με τη σφαίρα (μπάλα) " ή " αυτός που παίζει με πολλούς τη σφαίρα (μπάλα)". Στην αγγλική μετάφραση του ίδιου Λεξικού λέει: Επίσκυρος = Ballgame, football or rugby.

Αν ανατρέξουμε στα Ομηρικά έπη θα βρούμε τις πρώτες πληροφορίες για παιχνίδι με μπάλα στη λεκάνη της Μεσογείου. Μια παρόμοια αναφορά γίνεται και στον "Θεαίτητο" του Πλάτωνα

Μεγάλη επιτυχία στην αρχαία Ελλάδα γνώρισε το παιχνίδι «Επίσκυρος » που είχε πάρει το όνομά του από τη γραμμή με σκύρα (σπασμένα κομμάτια πέτρας, πετραδάκια) που χώριζε το γήπεδο.Με λίγα λόγια είχαμε και κεντρική διαχωριστική γραμμή, των δύο μεγάλων περιοχών του γηπέδου.

(Σωκράτης) Λέγεται τοίνυν, ἔφη, ὦ ἑταῖρε, πρῶτον μὲν εἶναι τοιαύτη ἡ γῆ αὐτὴ ἰδεῖν, εἴ τις ἄνωθεν θεῷτο, ὥσπερ αἱ δωδεκάσκυτοι σφαῖραι, ποικίλη, χρώμασιν διειλημμένη, ὧν καὶ τὰ ἐνθάδε εἶναι χρώματα ὥσπερ δείγματα, οἷς δὴ οἱ γραφῆς καταχρῶνται.

(μτφ): “Λέγεται λοιπόν, ω συνομιλητή, πως η γη, εάν την δει κανείς από ψηλά είναι σαν τις σφαίρες (μπάλες) που αποτελούνται από δώδεκα κομμάτια διαφορετικού δέρματος. Είναι δηλαδή πολύχρωμη σφαίρα και τα μέρη της ξεχωρίζουν από τα χρώματα που έχει το καθένα

Πλάτων «Φαίδων» ή περί ψυχής [110b]

Αρα η μπάλα ήταν φτιαγμένη από 12 χρώματα, 12 κομμάτια δέρματος συμβολίζοντας τους 12 Έλληνες Θεούς.

«Φύγετε νεαροί, αυτό το παιχνίδι με την μπάλα φουσκωμένη από αέρα έχει γίνει για μεσήλικες και παιδιά» - Αρριανός ΧΙV 47

"Έριχνε ψηλά την σφαίρα και την γη που έθρεψε πολλούς άρχισε να κτυπά με προικισμένα πόδια και να κάνη στροφές γρήγορες και εναλλασσόμενες, ενώ οι άλλοι νέοι τον ζητωκραύγαζαν και στον ουρανό υψώνονταν δυνατές φωνές." - Οδύσσεια Θ 370 - 375

Πληροφορούμεθα λοιπόν από τον αρχαιολόγο Ε. Μπεξή στο περιοδικό ΙΧΩΡ ότι:

Υπήρχε ένα άθλημα με το όνομα: 

"Επίσκυρος".

Το γήπεδο που διεξήγετο ο αγώνας ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη με γραμμές από χαλίκια και η μπάλα ήταν κατασκευασμένη από δερμάτινα κομμάτια ραμμένα μεταξύ τους με εντόσθια ζώων, ενώ στις άκρες του γηπέδου ήταν χαραγμένη μία γραμμή που συμβόλιζε τα δύο τέρματα.

Η μπάλα ήταν φουσκωμένη με αέρια και εξωτερικά ήταν ζωγραφισμένη με ζωντανά χρώματα και γεωμετρικά σχήματα. Σκοπός ήταν και για τις δύο ομάδες όπως και σήμερα να περάσουν την μπάλα από την απέναντι εστία, το τέρμα.

Εντύπωση προξενεί επίσης η ιατρική(!) παρατήρηση του αθλήματος. Ο μεγάλος γιατρός της ύστερης αρχαιότητος Γαληνός μας δίνει μία καταπληκτική περιγραφή στο έργο του "Περί ασκήσεων με μικρή μπάλα" του παιχνιδιού.

"Όταν οι παίκτες παρατάσσονται σε αντίθετες σειρές και αγωνίζονται, για να εμποδίσουν τον αντίπαλο να κρατήσει την μπάλα στο κέντρο, τότε είναι βίαια άσκηση με κρατήματα στους ώμους και λαβές πάλης. 

Έτσι το κεφάλι και ο λαιμός ασκούνται με τις κινήσεις, τα κρατήματα των ώμων και τα πλευρά και το στήθος και το στομάχι ασκούνται από τα κρατήματα και τις λαβές πάλης με τα χέρια.

Σε αυτό το παιχνίδι οι γλουτοί και τα πόδια τεντώνονται βίαια, γιατί αποτελούν την βάση των κινήσεων. Ο συνδυασμός με το τρέξιμο μπροστά και πίσω και τα πηδήματα στα πλάγια, κάθε άλλο παρά μικρή άσκηση είναι όχι μόνο για τα πόδια αλλά και για όλο το σώμα που είναι σε κίνηση."

Εάν δεν αρκούν τα λόγια έχουμε και "κατευθείαν αναμετάδοση" από το αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών αθλητή - ποδοσφαιριστή, ο οποίος προσπαθεί με άψογη τεχνική να κοντρολάρει την μπάλα πάνω στο δεξί του πόδι. Είναι σαφές ότι ο παίκτης δεν πρέπει να πιάσει την μπάλα με τα χέρια του γι αυτό τα κρατάει πίσω από την πλάτη του. (Αρχική φώτο).

Μας διασώζονται ακόμη και ονόματα διάσημων «ποδοσφαιριστών» της αρχαιότητος, όπως του Αριστόνικου του Καρυστίου, του Δημοτέλη του Χίου, του Χαιρεφάνη και του Κτησιβίου του Χαλκιδέως.

Κοινωνικές τάξεις στην Ινδία (Κάστες)

Προσθέστε σχόλιο
Το ιεραρχικό σύστημα των καστών στην Ινδία (Βάρνα)

Το σύστημα των καστών συνιστά τον τρόπο διάρθρωσης της ινδικής κοινωνίας σε διαφορετικές ομάδες. Αν και η πολυπλοκότητά του καθιστά δύσκολο τον ακριβή προσδιορισμό του, οι ρίζες του είναι μακραίωνες, συνδυάζοντας θρησκευτικά στοιχεία με κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις και επιρροές από την εποχή της αποικιοκρατίας.


Τα δύο είδη των καστών: Βάρνα και Τζατί

Στην ινδική κοινωνία διακρίνουμε δύο βασικούς πυλώνες οργάνωσης:

  • Βάρνα (Varna): Βασίζεται στην αρχαία ινδουιστική φιλοσοφία και σημαίνει «χρώμα». Κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους σε τέσσερις βασικές κοινωνικές τάξεις.
  • Τζατί (Jati): Σημαίνει «γέννηση» και συνδέεται με τα οικογενειακά επαγγέλματα. Αποτελείται από μικρότερες ομάδες όπου η κοινωνική ανέλιξη είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο εφικτή.


Η διαβάθμιση των Βάρνα

  1. Βραχμάνοι: Κληρικοί και δάσκαλοι, υπεύθυνοι για τη διδασκαλία των ιερών βιβλίων.
  2. Ξατρίγιας: Άρχοντες και πολεμιστές.
  3. Βαϊσίγιας: Τεχνίτες και καλλιτέχνες.
  4. Σούντρα: Εργάτες και υπάλληλοι.

Στο κοινωνικό περιθώριο βρίσκονται οι Ανέγγιχτοι («Νταλίτ»), οι οποίοι γεννιούνται έξω από το σύστημα των τεσσάρων καστών.


Κοινωνικές επιπτώσεις και βία

Το σύστημα των καστών καθορίζει αυστηρά τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, επιβάλλοντας συχνά διαχωρισμούς στη διαμονή και τις επαφές μεταξύ των τάξεων. Η εκμετάλλευση των φτωχότερων από τις ανώτερες ομάδες οδηγεί συχνά σε έντονη κοινωνική βία, με θύματα κυρίως τους Νταλίτ.


Οι κάστες στη σύγχρονη Ινδία

Σήμερα, το Σύνταγμα της Ινδίας καθιστά τις διακρίσεις παράνομες. Η κυβέρνηση έχει θεσπίσει προγράμματα θετικής διάκρισης (ποσοστώσεις) για την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις εργασίας και την εκπαίδευση, στοχεύοντας στην υποστήριξη των «Καστών Εντός Προγράμματος» και των «Φυλών Εντός Προγράμματος».

Παρά τις προσπάθειες αυτές, η χορήγηση προνομίων παραμένει ένα ευαίσθητο ζήτημα, καθώς συχνά προκαλεί πολιτικές κινητοποιήσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που διεκδικούν ή υπερασπίζονται τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία.

Το καλό και το κακό

Προσθέστε σχόλιο
Φιλοσοφική θεώρηση καλού και κακού

Στις μέρες μας το «κακό» μοιάζει να θεριεύει, ενώ το καλό μικραίνει. Πολλοί σπεύδουν να προσδώσουν στην εποχή μας εσχατολογική χροιά, συνδέοντάς την με την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Ωστόσο, ίσως είναι προτιμότερο να μιλάμε για αρνητικότητα παρά για απόλυτο κακό.

Η Υποκειμενικότητα του Κακού

Όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας, «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Ο Δημόκριτος υπογράμμιζε ότι τα κακά δημιουργούνται όταν ο άνθρωπος δεν ξέρει να κατευθύνει σωστά τα καλά. Κακό, εν τέλει, είναι συχνά ο υποκειμενικός ορισμός που δίνουμε σε ό,τι μας δυσαρεστεί, μας πονάει ή απειλεί την ύπαρξή μας.

Η Αλληγορία του Ιώβ

Η στάση απέναντι στο κακό συνδέεται άρρηκτα με τη θρησκευτική πίστη. Στην ιστορία του Ιώβ, ο Σατανάς δεν εμφανίζεται ως ένας έκπτωτος εχθρός, αλλά ως ένας άγγελος που συνομιλεί με τον Θεό και θέτει δοκιμασίες. Αυτή η βιβλική διάσταση ανατρέπει την απλουστευτική αντίληψη περί απόλυτου διαχωρισμού δυνάμεων.

"Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο ο Θεός το ξέρει!" – Η ιστορία του γέροντα με το άλογο.

Η Δυναμική της Γνώσης

Η ιστορία του ιερέα και του αγγέλου που είδαν τα γεγονότα πίσω από τον θάμνο αποδεικνύει πόσο περιορισμένη είναι η ανθρώπινη κρίση. Συχνά, αυτό που εκλαμβάνουμε ως άδικη συμφορά είναι στην πραγματικότητα μια αποκατάσταση της ηθικής τάξης.

Όπως το κρύο είναι απλώς η απουσία θερμότητας και το σκοτάδι η απουσία φωτός, έτσι και το κακό μπορεί να ιδωθεί ως η απουσία του καλού. Η «κακία» των γεγονότων λειτουργεί συχνά ως ο δρόμος προς τη γνώση και την πνευματική εξέλιξη.

Επίλογος

Στο κοσμικό σχολείο της γης, το κακό λειτουργεί ως το «εργαλείο» που μας ωθεί να αναζητήσουμε το φως. Είτε πρόκειται για οικονομικές κρίσεις είτε για προσωπικές δοκιμασίες, η αντίδραση της ζωής στη διασάλευση της τάξης είναι εκείνη που τελικά θα μας οδηγήσει στην κατανόηση του μέτρου και της αληθινής ουσίας του ανθρώπου.

«Το καλό απ' το κακό απέχει ένα γράμμα,
έχει δάκρυ από χαρά και δάκρυ από κλάμα.»

Το αγόρι που δημιούργησε την τηλεόραση

Προσθέστε σχόλιο

Ο Φίλο Τέιλορ Φάρνσγουορθ ήταν μόλις 14 ετών και όργωνε το χωράφι του μπαμπά του όταν είχε την ιδέα που θα άλλαζε για πάντα την υπόλοιπη ζωή του και τελικά και τη δική μας.

Κι αυτό γιατί πρόκειται για τον άνθρωπο που ανέπτυξε το πρώτο ολοκληρωμένο τηλεοπτικό σύστημα. Κοινώς ήταν αυτός που δημιούργησε την τηλεόραση, όπως την ξέρουμε σήμερα. Ο Φάρνσγουορθ φιλοδοξούσε να γίνει εφευρέτης από την ηλικία των έξι ετών και τα κατάφερε, αφού μέχρι το τέλος της ζωής του κατείχε περισσότερα από 300 διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

Στις 26 Αυγούστου του 1930 έλαβε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το πρώτο ολοκληρωμένο ηλεκτρονικό τηλεοπτικό σύστημα. Η καινοτομία του Φάρνσγουορθ έγκειται στο γεγονός ότι βρήκε τον τρόπο να μεταδίδει δεδομένα εικόνας βασιζόμενος αποκλειστικά στην ηλεκτρονική τεχνολογία, χωρίς να μένει στο μηχανικό σύστημα που χρησιμοποιούσαν οι άλλοι εφευρέτες μέχρι τότε.


«Εύρηκα» στο χωράφι

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο εφευρέτης ονειρευόταν τη δημιουργία μιας ηλεκτρονικής τηλεόρασης ενώ οδηγούσε ένα κάρο στο αγρόκτημα της οικογένειάς του στο Αϊντάχο. Καθώς όργωνε το χωράφι, είδε στα αυλάκια που σχηματίζονταν τον τρόπο για να υλοποιήσει την ιδέα του: ένα σύστημα που θα έσπαγε μια εικόνα σε οριζόντιες γραμμές και θα τις επανασυναρμολογούσε.


Η πρώτη μετάδοση και η διαμάχη

Το 1927, ο Φάρνσγουορθ έκανε την πρώτη μετάδοση μιας οριζόντιας γραμμής. Ένα χρόνο αργότερα μετέδωσε μια εικόνα της συζύγου του, Έλμα, κάνοντάς την την πρώτη γυναίκα που βγήκε στην τηλεόραση!

Ωστόσο, η επιτυχία του τράβηξε την προσοχή της RCA, που είχε το μονοπώλιο στα ραδιοφωνικά. Ακολούθησε μια δεκαετής δικαστική διαμάχη, μια μάχη «Δαβίδ εναντίον Γολιάθ». Ο Φάρνσγουορθ κέρδισε την αγωγή, αλλά ποτέ δεν έγινε ιδιαίτερα πλούσιος από αυτό.

Μετά την τηλεόραση


Παραδόξως, η τηλεόραση δεν ήταν η μεγάλη αγάπη του Φάρνσγουορθ. Φέρεται να έλεγε: «Δεν υπάρχει τίποτα μέσα της που να αξίζει και δεν πρόκειται να τη βρείτε σε αυτό το νοικοκυριό». Η μεγάλη του αγάπη ήταν η πυρηνική σύντηξη.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε βουτηγμένος στα χρέη, προσπαθώντας να χρηματοδοτήσει τις έρευνές του. Πέθανε πάμφτωχος το 1971, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη κληρονομιά σε πατέντες και τεχνολογία.

Ο πρώτος πόλεμος του οπίου

Προσθέστε σχόλιο
Στο τέλος του Αυγούστου του 1842, Μεγάλη Βρετανία και Κίνα υπογράφουν τη Συνθήκη του Νανκίνγκ, η οποία θέτει τέλος στον Α’ Πόλεμο του Οπίου και επιβεβαιώνει την παραχώρηση του Χονγκ Κονγκ στη Βρετανία.

Η απαγόρευση από τις κινεζικές αρχές της εισαγωγής οπίου από τη Βρετανία, ενός από τα πιο ανεκτίμητα εμπορικά προϊόντα του 19ου αιώνα, οδήγησε σε σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, το εμπορικό ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών Αγγλίας και Κίνας παρουσίασε έλλειμμα. Οι Βρετανοί εισήγαγαν τσάι, μετάξι και πορσελάνες, ενώ οι Κινέζοι το πολύτιμο γι’ αυτούς ασήμι. Προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το έλλειμμα, οι Βρετανοί αποφάσισαν να εξάγουν τεράστιες ποσότητες οπίου προς τον κινεζικό λαό, καθώς το κάπνισμα είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλές στην Ασία εκείνη την περίοδο. Μέχρι το τέλος του 1830, το εμπόριο οπίου με την Κίνα, ήταν μια πηγή μεγάλων εσόδων τα οποία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην οικονομία του Βρετανικού νόμου στην Ινδία και ήταν τα θεμέλια του Βρετανικού εμπορίου στην Ανατολή.

Το όπιο έχει εκτιμηθεί ότι είναι ένα από τα πιο ανεκτίμητα προϊόντα του κόσμου στο εμπόριο του 19ου αιώνα. Όπως φάνηκε οι Κινέζοι ανταποκρίθηκαν ενθουσιωδώς θετικά, καθώς από τους 15 τόνους του 1730, οι Βρετανοί διέθεταν ακόμη και λίγο πριν τον πόλεμο 1.400 τόνους οπίου στην Κίνα. Ο δασμός, τον οποίο εισέπρατταν από τις εισαγωγές σε τσάι, πληρωνόταν για το εμπόριο οπίου και ήταν επαρκής για την χρηματοδότηση σημαντικού ποσοστού των εξόδων του βασιλικού ναυτικού κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Ωστόσο, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι εθίζονταν στο όπιο, γεγονός που ανησυχούσε τον αυτοκράτορα Τζιατζίνγκ και τον οδήγησε στην απαγόρευση εισαγωγής του το 1810 με το ακόλουθο διάταγμα: «Το όπιο είναι βλαβερό. Το όπιο είναι δηλητήριο. Η χρήση του απαγορεύεται από το νόμο. Τώρα ο αστός, Yang, σας προκαλεί να το φέρετε στην απαγορευμένη πόλη. Και όμως ο ίδιος παραβλέπει το νόμο...»

Αποφασισμένοι να σταματήσουν το εμπόριο οπίου, το 1838 οι Κινέζοι πήραν ακόμη πιο δραστικά μέτρα. Αποφάσισαν να απαγορεύσουν δια νόμου την εισαγωγή οπίου μέσω των μεγαλύτερων λιμανιών της χώρας και να καταδικάζουν σε θάνατο τους ντόπιους εμπόρους που δεν συμμορφώνονταν με την απαγόρευση. Η χώρα βρισκόταν ήδη σε παρακμή, καθώς η δυναστεία Τσίνγκ δεν μπορούσε να διοικήσει την αχανή έκτασή της, με αποτέλεσμα να την οδηγήσει σε απομόνωση προς αποφυγή της αλλοίωσης του πολιτισμού της από την είσοδο της ευρωπαϊκής κουλτούρας.

Η απαγόρευση όμως είχε μεγάλο αντίκτυπο στο κινεζικό εμπόριο. Οι ντόπιοι έμποροι άρχισαν τότε να εισάγουν παράνομα όπιο. Την εφαρμογή του νόμου ανέλαβε ο αυτοκράτορας Ζεν Σετσίου, αυστηρός κομφουκιανιστής, του οποίου οι Άγγλοι υποτίμησαν τις προθέσεις του. Ο Ζεν Σετσίου επέβαλε εμπάργκο σε όλα τα βρετανικά προϊόντα, πράξη που η βασίλισσα Ελισάβετ το θεώρησε αιτία πολέμου. Στην επιδείνωση της κατάστασης και των σχέσεων συνέβαλε η κατάσχεση μεγάλου φορτίου οπίου από άντρες του Σετσίου στην Καντώνα, που ισοδυναμούσε με τις εισαγωγές ενός χρόνου και η απέλαση του Βρετανού επιστάτη του εμπορίου, Captain Charles Elliot.

Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και μια ασήμαντη αφορμή αρκούσε για να ξεκινήσει ο πόλεμος. Αφορμή στάθηκε η δολοφονία ενός κινεζικού χωρικού στην επαρχία Κοουλούν τον Ιούλιο του 1839 από τρεις μεθυσμένους Άγγλους ναυτικούς. Η Αγγλία αρνήθηκε να παραδώσει τους κατηγορούμενους στις κινεζικές αρχές, γιατί «δεν εμπιστευόταν το νομικό σύστημα της χώρας».

Οι εχθροπραξίες δεν άργησαν να ξεκινήσουν ( 3 Νοεμβρίου 1839) και είχαν ως αποτέλεσμα την κατάληψη της Σανγκάης το 1842. Η βρετανική υπεροχή στον τεχνολογικό εξοπλισμό είχε ως αποτέλεσμα ο Α’ πόλεμος του οπίου να καταλήξει σε σφαγή. Το βρετανικό ναυτικό προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στις παράκτιες πόλεις της Κίνας, παρότι αριθμητικά μικρότερο, συνέτριψε τις δυνάμεις του αυτοκράτορα.

Ο πόλεμος έληξε τυπικά με τη Συνθήκη Νανκίνγκ στις 29 Αυγούστου 1842 και προέβλεπε: την παραχώρηση του Χονγκ - Κονγκ στη Βρετανία, την παραχώρηση πέντε λιμανιών της νοτιανατολικής Κίνας για το εμπόριο και τη διαμονή των Βρετανών, ετεροδικία για τους Βρετανούς υπηκόους και καταβολή μεγάλης αποζημίωσης από την Κίνα.

Η εικόνα του αυτοκράτορα καταποντίστηκε με αποτέλεσμα ο στρατός και η γραφειοκρατία να ξεσηκωθούν και να ανακηρύξουν ξεχωριστό κράτος με το όνομα το Ουράνιο Βασίλειο της Αιώνιας Ειρήνης. Έμενε απλά στους Ευρωπαίους να διαλέξουν στρατόπεδο.

Πηγή: Τhe blood never dried – a people’s history of the british empire- John Newsinger / Wikipedia

Το φαινόμενο ρουφιάνος

2 Σχόλια

Γράφει ο Χρήστος Ιακώβου

Στη νεοελληνική υπάρχει η λέξη ρουφιάνος, η οποία αποδίδει τις έννοιες του καταδότη, του ραδιούργου, του δολοπλόκου, του συκοφάντη.
H σημερινή χρήση της λέξης, με τις πιο πάνω έννοιες, αποτελεί εννοιολογική φθορά σε σχέση με την αρχική της σημασία.

Στην ιταλική γλώσσα, από την οποία προέρχεται η λέξη, ruffiano σημαίνει το αδύνατο και ψωριάρικο άλογο (stallone ruffiano), το οποίο βάζουν με τη φοράδα κατά την περίοδο του οίστρου της.

Επειδή η φοράδα είναι ζόρικο ζώο και τις πρώτες ημέρες του οίστρου της γίνεται πολύ επιθετική, δαγκώνοντας και κλωτσώντας, με κίνδυνο να τραυματίσει άσχημα το αρσενικό, οι εκτροφείς για να προστατεύσουν τον καθαρόαιμο επιβήτορα βάζουν για λίγες μέρες το ρουφιάνο με τη φοράδα, ο οποίος δεινοπαθεί.

Αφού αρχίσει η φοράδα να «μαλακώνει» τότε αποσύρουν τον κακομοίρη το ρουφιάνο και βάζουν τον επιβήτορα για την αναπαραγωγή. Έτσι, η λέξη μεταφορικώς χρησιμοποιείτο για να δηλώσει τον αχυράνθρωπο, τον αναλώσιμο τύπο, ο οποίος ανελάβανε ποταπές αποστολές, με σκοπό να μην εκτεθεί ο πλειστάκις υψηλά ιστάμενος και δειλώς κρυβόμενος εντολέας.

Επί της ουσίας όμως, ελαχίστη διαφορά υπάρχει μεταξύ της αρχικής και της εσχάτης χρήσης. Πρόκειται για άτομα χθαμαλού ήθους, τα οποία, με δήθεν εκσεσημασμένο ενδιαφέρον, δάπτουν πάσαν πληροφορία που μπορεί να πλήξει άλλους και να τους δώσει πλεονεκτήματα έναντι τρίτων. Άτομα, μονίμως εξωνημένα, τα οποία μπορεί να σε παρασύρουν με υποκριτική ευγένεια και ανέντιμη κολακεία σε παραπλανητικές ατραπούς.

Με αυτό τον τρόπο δηλώνουν την ύπαρξή τους στις κοινωνικές συναναστροφές. Η ρουφιανιά αποτελεί προϊόν δυσανεξίας έναντι της απεραντοσύνης του εσωτερικού τους κενού. Ο ρουφιάνος γνωρίζει αυτό το κενό, το οποίο του προκαλεί φόβο και προσπαθεί να το ξεπεράσει παραγεμίζοντας λαίμαργα την ύπαρξή του με κακία. Η ρουφιανιά αποτελεί γι΄ αυτούς το καλύτερο άλλοθι για την τραγωδία του κενού τους.

Για να γίνει κάποιος ρουφιάνος απαραίτητη προϋπόθεση είναι να νιώθει κατώτερος και να μην μπορεί να σταθεί ανάμεσα στους άλλους. Τούς συναντά κανείς σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η επίδρασή τους όμως στο δημόσιο βίο εξαρτάται από την κοινωνική και πολιτική ισχύ που διαθέτουν.

Σήμερα πολλοί υποτιμούμε το ρόλο που διαδραματίζουν αυτά τα αναλώσιμα ανθρωποειδή καθώς επίσης και την ανεκτίμητη σημασία τους στο δημόσιο βίο λόγω της πολλαπλής χρήσης που δύνανται να έχουν για όσους χρησιμοποιούν τους ρουφιάνους ως χρησίμους ηλιθίους και ως όργανα άσκησης εξουσίας.

Οι ρουφιάνοι διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: η πρώτη είναι η κατηγορία των αναλωσίμων-ρουφιάνων οι οποίοι ρουφιανεύουν εκπληρώνοντας περισσότερο μία ψυχολογική ανάγκη, απόρροια υπαρξιακού προβλήματος. Πρόκειται για εκείνους, οι οποίοι με τις ρουφιανές τους προκαλούν ζημιά σε άλλους, αλλά ταυτοχρόνως μπορεί να μην εξασφαλίζουν κάποιο όφελος ή κάποιο πλεονέκτημα. Οι τύποι αυτοί είναι αναλώσιμοι και αν τυγχάνουν αποδοχής από τους άλλους είναι γιατί χρειάζονται τις υπηρεσίες τους αλλά όχι τους ιδίους, διότι τη ρουφιανιά πολλοί ηγάπησαν, το ρουφιάνο όμως ουδείς.

Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτή των ναρκίσσων-ρουφιάνων, τους οποίους συναντάς παντού, αλλά πάντοτε σε υψηλά δώματα. κομματικά, κρατικά εκκλησιαστικά. Αυτοί είναι πιο επικίνδυνοι από τους πρώτους γιατί ξέρουν να ελίσσονται όπως τα ερπετά και διαθέτουν επίσης κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα.

Πρώτο ευδιάκριτο γνώρισμα η αλαζονεία, γιατί το ηθικό τους ενισχύεται όταν μειώνουν τους άλλους ρουφιανεύοντας. Η αναισχυντία είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, γιατί δεν ντρέπονται ποτέ για το κακό που κάνουν αφού είτε έτσι είτε αλλιώς αισθάνονται ανώτεροι από τους άλλους.



Φθόνος, αφού ο ρουφιάνος φθονεί όλους εκείνους με τους οποίους αυτοσυγκρινόμενος μαζί τους συνειδητοποιεί την κατωτερότητά του και αισθάνεται ότι τον απειλούν, για να θυμηθούμε τη σοφή ρήση του Σόρεν Κίρκεγκαρντ ότι «ο φθόνος είναι στην πραγματικότητα συντετριμμένος θαυμασμός» ή ακόμη κατά το αριστοτελικό, «ο φθόνος είναι η λύπη για τους αναξίως ευτυχούντες».
Η δράση τους, όταν αισθάνονται ότι απειλούνται, στηρίζεται πάνω σε ένα τρόπο σκέψης, συντιθέμενο από αυταπάτες, αιθεροβασίες, εσκεμμένες στρεβλώσεις της πραγματικότητας και αυθαίρετους συσχετισμούς γεγονότων, τον οποίο μάλιστα εκλαμβάνουν ως μαγικό.

Ανενδοιάστως ρουφιανοποιούν κατ' εκμετάλλευση άλλους, ευρισκομένους σε ιεραρχικά κατώτερη θέση, εκλαμβάνοντάς τους εξ ορισμού ως σκαλοπάτια ανέλιξης. Όταν ανέλθουν ψηλά στον ουρανό, αφού πρώτα σάρκισαν όποιον η ανασφάλειά τους τον εκλάβει στο δρόμο τους ως απειλή, αισθάνονται μακαρία εσαεί αυτοδικαιωμένοι.

Επειδή όμως γνωρίζουν πολύ καλά τις μεθόδους που διεξήθλαν δεν μπορούν να ησυχάσουν και γίνονται ανυπέρβλητα αλαζονικοί, αδίσταχτα θρασείς, μα πάνω απ΄όλα θανάσιμα επικίνδυνοι για να προστατευτούν και να πείθουν για την ηθική τους υπεροχή. Γι' αυτό άλλωστε μονίμως πιστεύουν ότι όλοι οι άλλοι είναι ρουφιάνοι και βλάκες αλλά οι ίδιοι, ποτέ.

Τόση βέβαια είναι η συνειδητοποίηση της υπεροχής τους ώστε όταν τους βλέπεις δημοσίως, συνομαδωμένους και τυρβάζοντες περί πολλών, είσαι «τυχερός» αν σου ρίξουν καμιά ματιά ή σου πουν κανένα «καλημέρα». Το να τους πλησιάσεις...δεν το συστήνω. γιατί αναδίδουν τη βρόμα χοιροστασίου.

Πόσους υψηλόβαθμους επιπολάζοντες αξιωματούχους δεν είδαμε να σέρνουν πίσω τους ένα βίο δαψιλή ρουφιανιάς, ενώ ταυτοχρόνως να μιλούν για τη μοναδικότητά τους;

Κάποτε συνομιλούσα με ένα υψηλόβαθμο μανδαρίνο, βυθισμένο στη ματαιοδοξία της δόξας και του πλούτου, απ' εκείνους που αποτελεί κοινό μυστικό ότι η ανέλιξη τους ήταν η εξαργύρωση των γραμματίων που εξασφάλισαν μία ζωή προσφέροντας δαψιλώς τις ευγενείς χορηγίες ρουφιανιάς σε ανωτέρους του.

Φλυαρώντας ακατάπαυστα για το θεάρεστο έργο το οποίο ανέκαθεν προσέφερε στην πατρίδα, άρχισε να ταυτίζεται αυτάρεσκα με πρόσωπα, εγνωσμένου ήθους, ίνα πληρωθεί στη σκέψη μου το ρηθέν διά της λαϊκής θυμοσοφίας, πολλάκις ειρημένου, «εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ' άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια».

Βεβαίως, όλα αυτά τα ρουφιανορεντίκολα του δημοσίου παραπετάσματος δεν θα μπορούσαν να κάνουν βήμα χωρίς την κάλυψη άλλων ρουφιάνων, οι οποίοι τους ρυμούλκησαν δίκην αμοιβαίου συμφέροντος.

Αμφότερες οι κατηγορίες αποτελούν παραλλαγή της κοινής βλακείας. Η ποιοτική διαφορά μεταξύ τους είναι ότι όσοι ανήκουν στη πρώτη δεν το ξέρουν, όσοι ανήκουν στη δεύτερη το ξέρουν και δεν το ομολογούν, καθώς επίσης η πρώτη αποτελεί τον αναβολέα για την κοινωνική και πολιτική ανέλιξη της δεύτερης. Εν πάση περιπτώσει, αμφότερες οι κατηγορίες πιστεύουν ότι επιτελούν θέσφατο κοινωνικό έργο.

Διαθέτουν απύθμενο μίσος για ένα τρόπο ζωής που ανανεώνεται και οξυγονούται μέσα σε πλαίσιο ελεύθερης σκέψης και δράσης. Μισούν το ανεπιτήδευτο, το ανυπόκριτο και το ανεπίπλαστο γιατί τους αποκαλύπτει και τους εκθέτει προς δημοσία θέα.

Πολλές φορές διερωτόμαστε για τα ελλείμματα δημοκρατίας, όμως ελάχιστοι αντιλαμβανόμαστε ότι η δημοκρατία είναι προϊόν πολιτικής κουλτούρας ενός λαού.

Όταν ο δημόσιος βίος βυθίζεται στην τύρβη των ρουφιάνων, οι οποίοι καταλαμβάνουν δημόσιες κομβικές θέσεις, ανακυκλώνοντας νοοτροπίες που συντίθενται από αλλεπάλληλες οσφυοκαμψίες, δουλοπρεπείς κολακείες, πισώπλατες μαχαιριές, ανίερες συμμαχίες, μεθοδική χρησιμοθηρία και στημένα σκηνικά μιας κάλπικης κοινωνικότητας, τότε και η δημοκρατία καταντά λέξη κενή περιεχομένου.

Ο Χρήστος Ιακώβου είναι Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Πηγή: Το κουτί της Πανδώρας

Σλάβοι που εποίκισαν τον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα

1 Σχόλια

Από τον στ΄ αιώνα κι ύστερα, κατέβηκαν κι εγκαταστάθηκαν πολλοί Σλάβοι στον ελλαδικό χώρο. Από την Πελοπόννησο, πέρασαν στα νησιά τού Αιγαίου κι έφτασαν ως την Κρήτη αλλάζοντας την εθνογραφική σύνθεση τού πληθυσμού.

Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μνημονεύοντας το γεγονός λέει, πως «εσλαυώθη πάσα η χώρα». Αιώνες αργότερα στο χώρο εγκαταστάθηκαν κι άλλοι επήλυδες, κυρίως Αρβανίτες, Βλάχοι κ.ά.

Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Ενώς ακόμα κι ως σήμερα, οι Βλάχοι κυρίως κι οι Αρβανίτες σε πολλές περιοχές ξεχωρίζουν από τον άλλο πληθυσμό από τα ήθη και έθιμα κι ιδιαίτερα από τη γλώσσα τους, οι Σλάβοι εξαφανίστηκαν; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι δύσκολη.

Θα υπενθυμίσω πρώτα, πως σ΄ όλη την Ελλάδα υπάρχουν χιλιάδες σλάβικα τοπωνύμια. Στη νεοελληνική γλώσσα υπάρχουν επίσης σλάβικες λέξεις. Θα εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα χωρίς εθνικιστικές παρωπίδες. Η μισαλλοδοξία κι ο σωβινισμός δεν έχουν θέση στην ιστορική έρευνα.

Εισβολές, πόλεμοι, επιδημίες, πειρατεία, διώξεις

Όταν λέμε «το ελληνικό έθνος δια μέσου των αιώνων» είναι λάθος. Η έννοια τού «ελληνικού έθνους» δεν υπήρχε πριν τον ιη΄ αιώνα. Ο μύθος τής δήθεν φυλετικής συγγένειας με τους αρχαίους Έλληνες των διαφόρων λαών (Σλάβων, Αλβανών, Βλάχων, Βορειοαφρικανών, Αρμενίων, Τούρκων κ.ά), που επί μιάμιση χιλιετία είχαν επανειλημμένα εποικίσει τον ελλαδικό χώρο, άρχισε να πλάθεται μόλις στις αρχές τού ιθ΄ αιώνα, ενώ από την τρίτη δεκαετία του και μετά, αποτέλεσε την αιχμή τού δόρατος των εθνοποιητικών μηχανισμών τού νεοσυσταθέντος χριστιανικού κρατιδίου διδασκόμενος ως ιστορική δήθεν αλήθεια στα σχολεία.

Ήταν πολλές οι καταστροφές στον ελλαδικό χώρο όλους αυτούς τούς αιώνες. Εκτός από τις εισβολές, τούς πολέμους και τις βυζαντινές διώξεις, αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα επιβίωσης από την πειρατεία (ολόκληρα νησιά και παράλιες -και όχι μόνον- περιοχές είχαν μείνει για αιώνες έρημες), αλλά κυρίως από τις επιδημίες, ειδικά τής πανώλης, που είχε επανειλημμένα αποδεκατίσει τούς πληθυσμούς.

Δεν υπάρχουν φυλετικά καθαροί λαοί

Κανένας λαός δεν είναι καθαρόαιμος. Από το Μεσαίωνα κι έπειτα, με τις μεταναστεύσεις των λαών στην Ευρώπη και Μεσόγειο, έγιναν πολλές εθνογραφικές αλλαγές. Όμως και στα αρχαία χρόνια είχε γίνει το ίδιο. Οι Έλληνες, από τα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου κι ύστερα, κατά χιλιάδες μετανάστευσαν στην Ανατολή και ανακατώθηκαν με τούς ντόπιους. Και πριν ακόμα, στα χρόνια τής περσικής αυτοκρατορίας, είχαν γίνει σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών στην Ανατολή και ανακάτεμα λαών.

Κι ακόμα, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως στην αρχαία Ελλάδα έγιναν χιλιάδες απελευθερώσεις δούλων, πού προέρχονταν από την Ανατολή και Μεσόγειο, που ήταν «βάρβαροι», καθώς και πολλές επιγαμίες με ξένους. Συνακόλουθα, από τον ε΄ αιώνα κι ύστερα, ο πληθυσμός τής αρχαίας Ελλάδας δεν ήταν καθαρόαιμος. Στην ελληνιστική εποχή και στη ρωμαϊκή, στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν πολλοί ξένοι (Ρωμαίοι, Ανατολίτες).

Το ότι στον ελλαδικό χώρο επικράτησε η ελληνική γλώσσα -η κοινή, όχι η αρχαία- αυτό οφειλόταν στο ότι ήταν η γλώσσα των εμποροβιοτεχνικών και πολιτιστικών κέντρων, όχι μόνο τής Ελλάδας, αλλά και τής Ανατολής. Οι Ρωμαίοι δεν μπόρεσαν να επιβάλουν τη γλώσσα τους στην Ανατολή και η άρχουσα τάξη τού Βυζαντίου αναγκάστηκε να καθιερώσει σαν επίσημη γλώσσα την ελληνική, ενώ πριν ήταν η λατινική. Δεν είναι λοιπόν η γλώσσα το αποφασιστικό γνώρισμα τής φυλετικής καταγωγής ενός λαού, αλλά άλλοι παράγοντες.

Δεν εξελληνίστηκαν, εκβυζαντινίστηκαν

Θεωρητικοί τής Ρωμιοσύνης προπαγανδίζουν, ότι όλοι αυτοί οι λαοί, που ήρθαν στον ελλαδικό χώρο το Μεσαίωνα, εξελληνίστηκαν. Πρόκειται περί ιστορικού ψεύδους. Οι λαοί αυτοί, αργά ή γρήγορα εκβυζαντινίστηκαν ή σωστότερα, εκρωμαΐστηκαν, δηλαδή πήραν τη θρησκεία (χριστιανισμό) αν δεν ήταν ήδη χριστιανοί και -παράλληλα με τη μητρική τους- την επίσημη γλώσσα τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (που από τον ζ΄ αιώνα κι ύστερα ήταν η ρωμέικη). Δεν εξελληνίστηκαν, καθ΄ ότι δεν υπήρχαν στοιχεία τού ελληνικού πολιτισμού (παιδεία, αθλητισμός κ.λπ.) στο Βυζάντιο.

Ιστορικά στοιχεία

Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος αναφερόμενος στην επανάσταση των Σλάβων στην Πελοπόννησο («Ιστορία τού ελληνικού έθνους», τ. Γ΄, σελ. 170-172) επισημαίνει, ότι το όνομα Έλληνας ούτε καν υπήρχε, τουλάχιστον έως και τον ι΄ αιώνα.

Το ότι ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν τα ρωμέικα (σήμερα τα λέμε ελληνικά), δεν σημαίνει, ότι είχαν καμία άμεση φυλετική σχέση με τούς αρχαίους Έλληνες, όπως κι αν πάει τώρα κάποιος στην Αμερική, θα μάθει τα αγγλικά χωρίς να είναι απαραίτητα αγγλικής καταγωγής ούτε αυτός ούτε κι οι άλλοι, που ήδη βρίσκονται εκεί και μιλάνε αγγλικά.

Αν διαβάσετε σημειώσεις των περιηγητών στον ελλαδικό χώρο το Μεσαίωνα μέχρι και τον ιθ΄ αιώνα, θα δείτε σε πολλές περιπτώσεις να αναφέρουν, ότι πέρασαν από ολόκληρες περιοχές χωρίς να ακούσουν καν ελληνικά. Αλλά κι ελληνικά να άκουγαν, δεν σημαίνει -για τούς λόγους, που προαναφέρθηκαν- ότι αυτοί που τα μιλούσαν ήταν απόγονοι αρχαίων Ελλήνων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τής πολυγλωσσίας στον ελλαδικό χώρο τον ιθ΄ αιώνα αποτελεί η πολύ πετυχημένη λαϊκή κωμωδία τού Δ. Βυζάντιου, «Βαβυλωνία». Σε μία σκηνή της, ένας Αρβανίτης, που δεν καταλαβαίνει ένα Κρητικό, νομίζοντας πως ο τελευταίος τον έχει προσβάλλει, τον τραυματίζει με μια πιστολιά. Φτάνει η αστυνομία, γίνονται ανακρίσεις από Επτανήσιο αστυνόμο, ο οποίος παρά την ανακριτική του πείρα, δεν τα καταφέρνει να εξακριβώσει αν ο τραυματισμός τού Κρητικού είναι κάζο πενσάτο (εκ προμελέτης) ή ατσιντέντε (τυχαίο), επειδή ούτε αυτός καταλαβαίνει τους μάρτυρες ούτε οι μάρτυρες αυτόν.

Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα τού Αμερικανού εθελοντή Bolse στην εφημερίδα τής Φιλαδέλφειας «Democratic Press» (φύλλο 13.12.1826), για το Ναύπλιο τού 1826: «Τα καφενεία τής πόλης κατάμεστα από στρατιώτες, που παίζουν μπιλιάρδο ή κουβεντιάζουν. Ούτε στην αρχαία Βαβυλώνα δεν ακούγονταν τόσες γλώσσες όσες στο σημερινό Ναύπλιο.» (Κ. Σιμόπουλου: Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα τού ΄21, έκδ. «Στάχυ», 1999).

Παρ΄ όλα αυτά και παρ΄ όλη την επιχείρηση τού νεοελληνικού έθνους-κράτους να επιβάλει την ελληνική με χιλιάδες εξελληνισμούς ονομάτων, τοπωνυμιών, με τη διδασκαλία της στα σχολεία, αλλά και δια τής βίας πολλές φορές, ακόμα και στις μέρες μας χιλιάδες τοπωνύμια και μη ελληνικές λέξεις (σλάβικες, αλβανικές, τούρκικες κ.λπ.) επιβιώνουν στη γλώσσα μας, ενώ πολλοί άνθρωποι ακόμα και σήμερα σε ολόκληρα χωριά σε ορισμένες περιπτώσεις, μιλούν τη μητρική τους γλώσσα (βλάχικα, αρβανίτικα κ.ά.).

Οι σημερινοί ελληνόφωνοι χριστιανοί κάτοικοι τού ελλαδικού χώρου δεν είναι φυλετικοί απόγονοι ή πνευματικοί κληρονόμοι των αρχαίων Ελλήνων, των Αθηναίων, τής δημοκρατίας, των φιλοσόφων κ.λπ. Είναι επήλυδες, Βαλκάνιοι και όχι μόνον, ορθόδοξοι, με έντονη ανάμειξη τής οθωμανικής κουλτούρας. Έμαθαν να επιβιώνουν σε αυτοκρατορίες δεσποτικές (Βυζάντιο, Τουρκοκρατία) αναπτύσσοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και πολλά άλλα ελαττώματα, με σκέψη εντελώς διαφορετική από αυτή τού δυτικού κόσμου.

Ο εκβυζαντινισμός των σλάβων

Η βυζαντινή κυβέρνηση πολλές φορές επέβαλε αναγκαστικές μετατοπίσεις πληθυσμών από το ένα μέρος στα άλλο. Όταν μάλιστα εμφανίστηκαν οι Βούλγαροι και απειλούσαν το Βυζάντιο με τις επιδρομές τους, επειδή οι σλαβικοί πληθυσμοί υποστήριζαν τούς Βουλγάρους, έγιναν τέτοιες ομαδικές μετατοπίσεις. Στις περιοχές δηλαδή, που πλειοψηφούσαν οι Σλάβοι, πολλοί απ' αυτούς μετατοπίστηκαν σε άλλες. Στα χρόνια μάλιστα, που σημειώθηκαν μεγάλες εξεγέρσεις των Σλάβων, οι τέτοιες μετατοπίσεις άλλαξαν τη σύνθεση τού σλαβικού πληθυσμού.

Όταν πάλι αργότερα, οι Βυζαντινοί εγκατάστησαν Αρβανίτες σε αραιοκατοικημένες περιοχές τής Ελλάδας (Κόρινθο, Αττική, Σπάτα, Τατόη, Χαλάνδρι, Λούτσα), οι Σλάβοι ή διώχτηκαν από τις περιοχές αυτές ή αφομοιώθηκαν με τούς νέους εποίκους ανταλλάσσοντας μαζί τους πολιτιστικά στοιχεία (φορεσιές, τραγούδια κ.λπ.). Τα ίδιο έγινε κι όταν εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές (Θεσσαλία, Στερεά και Πελοπόννησο) οι Βλάχοι.

Στα χρόνια τής ανοδικής ανάπτυξης τού Βυζαντίου (από τα χρόνια τής μακεδονικής δυναστείας κι ύστερα), πολλοί Σλάβοι, πού κατοικούσαν κοντά σε εμποροβιοτεχνικά κέντρα, διαφοροποιήθηκαν. Διαλύθηκαν δηλαδή οι κοινότητές τους (ζάντρουγκες) και προκειμένου να μπορούν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους και να συναλλάσσονται με τα αστικά κέντρα, έμαθαν τα ελληνικά. Μέσα στα διάβα δεκατριών αιώνων έγιναν πολλές αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση των Σλάβων και η φυλετική τους σύνθεση έχασε την αρχική της υπόσταση και μορφή.

Οι πρώτοι, που έμαθαν τα ελληνικά ήταν οι προύχοντες Σλάβοι. Ο αρχηγός των Σλάβων, πού ήταν εγκαταστημένοι γύρω στη Θεσσαλονίκη, τον ζ΄ αιώνα, «ελάλει την ελληνική» (βλ. αββά Τougard: «De l΄histoire profane dans les actes des Bollandistes», Παρίσι, 1874, κεφ. 67). Δεν θέλει ερώτημα, πως αργότερα η εκμάθηση των ελληνικών γενικεύτηκε. Εξ άλλου, από τα «Τακτικά» τού Λέοντα τού Σοφού μαθαίνουμε, πως ο Βασίλειος Α΄ (9ος αιώνας) «εγραίκωσε τα σλαβικά έθνη», δηλαδή ανάγκασε με τη βία τούς Σλάβους να μάθουν την ελληνική γλώσσα (Migne P.G., τ. 107, 969).

Εξ άλλου, στο αναμεταξύ οι Σλάβοι προσχώρησαν στο χριστιανισμό και τα μοναστήρια τράβηξαν πολλούς Σλάβους σ΄ αυτά, ενώ με την προπαγάνδα των καλόγερων, η κοινή ελληνική διαδόθηκε και στα σλαβικά χωριά.

Πολλοί Σλάβοι επίσης, υπηρετούσαν στο βυζαντινό στρατό, όπου έμαθαν την κοινή ελληνική. Όπως γίνεται και σήμερα, που ο στρατός, τα Μ.Μ.Ε. και τα σχολεία έχουν επιβάλει την ομιλούμενη δημοτική γλώσσα και στα απόκεντρα χωριά, στα νησιά και στην Κρήτη, όπου ως τις αρχές τού περασμένου αιώνα οι ντοπιολαλιές κι οι ξένες λέξεις κάνανε δύσκολη τη συνεννόηση με τούς πρωτευουσιάνους και τούς κατοίκους των μεγάλων πόλεων. Έτσι και στα βυζαντινά χρόνια, από τούς παραπάνω κυριότερους λόγους, οι Σλάβοι ξέχασαν τη γλώσσα τους κι αφομοιώθηκαν γλωσσικά με τούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αφού στο αναμεταξύ έγιναν υπήκοοι τού Βυζαντίου.

Η χώρα «εσλαυώθη» γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος κι η ελληνική χερσόνησος έμεινε γνωστή ως Σκλαβουνία: «Ύστερα από τις Συρακούσες διασχίσαμε την Αδριατική και φτάσαμε στη Μονεμβασία, στη γη τής Σκλαβουνίας» σημειώνει το 741 ο Άγγλος Willibald στο χρονικό τού θαλασσινού ταξιδιού του στην Ελλάδα. (“Ad urbem Manifaciam in sclavinica terra”).

Στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, πολλοί Σλάβοι κατόρθωσαν να πάρουν αξιώματα. Άλλοι επίσης, ως βιοτέχνες και έμποροι, είχαν πιάσει οικονομικά πόστα. Οι Σλάβοι αυτοί, με το να μάθουν την κοινή ελληνική και να έχουν κοινωνική θέση, ήρθαν σε επιγαμίες με Γραικούς. Κι έτσι απ΄ τους γάμους αυτούς, πού ήταν φαίνεται πολλοί, τα παιδιά που γεννήθηκαν ήταν μιγάδες. Με τον καιρό όμως, εξ αιτίας, που οι απόγονοι των μικτών αυτών γάμων μιλούσαν μόνο την κοινή ελληνική, θεωρούνταν Γραικοί-Ρωμιοί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, οι Σλάβοι εκβυζαντινίστηκαν κι έτσι μόνα τα σλαβικά τοπωνύμια μαρτυρούν εμφανώς την εγκατάστασή τους στον ελλαδικό χώρο. Αντίθετα, οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι, πού κατέβηκαν τουλάχιστον πεντακόσια χρόνια αργότερα στο χώρο και ζούσαν σε βουνήσιες και απομονωμένες αγροτικές περιοχές ή και σε περιοχές, πού δεν υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί (χωριά τής Αττικής, Κορίνθου, Ευβοίας, Θεσσαλίας, Ηπείρου κ.λπ.), κράτησαν όχι μόνο τη γλώσσα τους ως τις μέρες μας, αλλά και την πατριαρχική τους οργάνωση έως πρόσφατα.

Ο Longon τοποθετεί τη σλαβική εγκατάσταση στο πλαίσιο τού Χρονικού τής Μονεμβασίας. Ορδές Σλάβων πέρασαν το Δούναβη κι άρχισαν τη διείσδυσή τους στη Βαλκανική. Πότε ακριβώς και σε ποια έκταση εγκαταστάθηκαν οι Σλάβοι στην Πελοπόννησο;

Οι ιστορικοί πιστεύουν, ότι η διείσδυση άρχισε το 584. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το Χρονικό τής Μονεμβασίας, όπου αναφέρεται, ότι η κυριαρχία των Σλάβων στο Μωριά κράτησε 218 χρόνια, από τον έκτο χρόνο τής βασιλείας τού αυτοκράτορα Μαυρικίου (587) ως τον τέταρτο τής βασιλείας τού Νικηφόρου Α΄ (805). (J. Longon: Κριτική παρουσίαση τού έργου τού Antoine Bon: Le Peloponnese byzantin jusqu΄au 1204 - Journal des savants, Avril-Juin, 1952, σελ. 72).

Η χρήση τής κοινής ελληνικής γλώσσας δεν αποτελεί απόδειξη φυλετικής συνέχειας

Από τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις τού Ηράκλειου (ζ΄ αι.) ξεχωριστή σημασία έχει η αναγνώριση τής ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας τού ρωμαϊκού κράτους αντικαθιστώντας στα επίσημα έγγραφα τις επιγραφές και τα νομίσματα το «Imperator Caesar Augustus» με το «Βασιλεύς». Από εδώ και μπρος όλα τα κρατικά έγγραφα γράφονται στην ελληνική και μάλιστα στην κοινή κι όχι στην αττική ή αττικίζουσα.

Στα χρόνια αυτά, το βυζαντινό κράτος στηριζόταν κυρίως στη Μικρά Ασία. Οι άλλες του επαρχίες (Αίγυπτος, Συρία, Μεσοποταμία) είχαν χαθεί. Η Ιταλία αποχωριζόταν όλο και πιο πολύ από το Βυζάντιο, ενώ η Βαλκανική είχε πλημμυρίσει από Σλάβους. Γι΄ αυτό η λατινική, που ήταν έως τότε η γλώσσα των δικαστηρίων, τού στρατού, τής νομοθεσίας και τής κρατικής μηχανής γενικά, ήταν μια νεκρή γλώσσα. Η Μικρά Ασία, το σπουδαιότερο τμήμα τού Βυζαντίου ήταν ελληνόφωνη.

Εξ άλλου, ήταν καιρός πια, το Βυζάντιο να αποκτήσει μια γλώσσα, που να μιλιέται παντού, γιατί έτσι αποκτούσε, παράλληλα με το δόγμα τής Ορθοδοξίας κι ένα ακόμα νέο συνδετικό κρίκο, την κοινή ελληνική. Από εδώ και πέρα, οι βυζαντινές κυβερνήσεις, για να πετύχουν την πολιτική ενότητα τής αυτοκρατορίας, χρησιμοποιούν από τη μια μεριά τη στρατιωτική δύναμη εμποδίζοντας κάθε εκδήλωση φυλετικών αντιθέσεων, κι από την άλλη, καθιερώνοντας την ελληνική ως επίσημη γλώσσα, αναγκάζουν τις διάφορες φυλές να μάθουν ελληνικά και να ενσωματώνονται έτσι ευκολότερα στο Βυζάντιο.

Ελληνική γλώσσα και χριστιανισμός

Ο χριστιανισμός επίσης, συνέβαλε εξ ανάγκης στη διάδοση τής ελληνικής γλώσσας, δεδομένου, ότι ως διεθνής γλώσσα τής εποχής, η ελληνική τον εξυπηρετούσε να πετύχει τον εξουσιαστικό σκοπό τής παγκόσμιας μονοκρατορίας του.

Φρόντισε όμως, να την απονοηματίσει πλήρως, ώστε η διδασκαλία της να περιορίζεται στο γραμματικό μέρος και να απαγορεύει την ανάδειξη τής υψηλής σκέψης, που εμπεριέχεται στα έργα των κλασικών. Αυτά διευκρινίστηκαν στη Ζ΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.), οπότε και συντάχτηκαν οι αναθεματισμοί κατά των νοημάτων τής ελληνικής γλώσσας:

• «Σ΄ αυτούς, που διαβάζουν τα ελληνικά μαθήματα και όχι για (=γραμματική) εκπαίδευση εκπαιδευόμενους, αλλά και δεχόμενους τις έννοιες τους... ανάθεμα τρεις φορές».

• «Σ΄ αυτούς, που δέχονται και παραδίδουν τις μάταιες (=πρωτογενείς) ελληνικές έννοιες των λέξεων («ρήματα»)... ανάθεμα τρεις φορές».

Ο επίσκοπος Νύσσης Γρηγόριος, μάς διαβεβαιώνει, ότι «ξέρει (ο Απ. Παύλος) να χρησιμοποιεί τις λέξεις, όπως τον βολεύει και να προσαρμόζει στη δική του λογική τις σημασίες των λέξεων, ακόμη και στις περιπτώσεις, που η καθιερωμένη χρήση των λέξεων οδηγεί σε άλλες σημασίες».

Ύστερα από τα παραπάνω, πολλές έννοιες τής σημερινής ελληνικής γλώσσας είναι εντελώς διαφορετικές από τις αντίστοιχες προχριστιανικές. Οι σημερινοί άνθρωποι, που μιλούν αυτό, που ονομάζεται κοινή ελληνική γλώσσα, ούτε που υποψιάζονται καν τη βίαιη μετάλλαξή της κατά τη χριστιανική εποχή, οπότε χιλιάδες λέξεις, αγνώριστες νοηματικά, κατάντησαν πραγματικές παγίδες τής σκέψης, που οδηγούν στη μεταφυσική και μυστικιστική παράνοια τού δογματισμού.

Η προχριστιανική σημασία τής λέξης «πίστη», για παράδειγμα, ήταν «εμπιστοσύνη σε πρόσωπο ή πράγμα». Η χριστιανική εξαλλαγή της, εξουσιαστική και μεταφυσική, είναι: «πίστη στο Γιαχβέ». «Αμαρτία» προχριστιανικά σήμαινε «αστοχία». «Αμάρτησα» σήμαινε «δεν πέτυχα το στόχο μου». Σήμερα, αμαρτία σημαίνει κάτι αντίθετο στη θέληση τού Γιαχβέ κ.λπ. κ.λπ.

Επομένως, το επιχείρημα, ότι ο χριστιανισμός έσωσε την ελληνική γλώσσα από τον αφανισμό είναι μάλλον αδόκιμο. Ακριβέστερα θα ήταν αν λεγόταν, ότι ο χριστιανισμός τής Ανατολής έσωσε ένα ελληνικό λεξιλόγιο, αλλά παράλλαξε ή διαστρέβλωσε εσκεμμένα το νόημα των λέξεων δίνοντας σε αυτές άλλο περιεχόμενο, αυτό, που συνέφερε το δόγμα.

Σλαβικά τοπωνύμια καταρρίπτουν εθνικούς μύθους

Η τεράστια πληθυσμιακή μετακίνηση των σλαβικών φυλών αν και ανοργάνωτη, επέφερε νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Χιλιάδες άνθρωποι έφεραν μαζί τους μια καινούργια κουλτούρα, δημιούργησαν χιλιάδες διάσπαρτους αγροτικούς οικισμούς κι έδωσαν σλαβικές ονομασίες στούς τόπους που ρίζωσαν. Αντάλλαξαν πολιτιστικά στοιχεία κι ήρθαν σε επιγαμίες με τον ντόπιο πληθυσμό.

Για περισσότερους από δέκα τέσσερις αιώνες η νέα αυτή πολιτιστική έκφραση κυριάρχησε σε ένα μεγάλο μέρος τής σημερινής Ελλάδας. Οι χιλιάδες οικισμοί, τα χωριά, τα βουνά, τα ποτάμια κ.λπ. των σλάβων εποίκων διατήρησαν τα ονόματά τους μέχρι τις αρχές τού κ΄ αιώνα. Κανείς δεν σκέφτηκε να τα μεταλλάξει στα βυζαντινά χρόνια ούτε στα χρόνια τής οθωμανικής κυριαρχίας.

Όμως, η γενιά των νεοελλήνων σωβινιστών, οι θιασώτες τής Μεγάλης Ιδέας, οι οραματιστές τής νεκρανάστασης τού Βυζαντίου, προχώρησαν σε ένα πολιτιστικό ανοσιούργημα. Έβαλαν σε εφαρμογή σχέδιο απαγόρευσης χρήσης των παλαιών ονομασιών και μετονομασίας τους. Άλλαξαν ακόμα και τα οικογενειακά ονόματα των κατοίκων.

Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη

Σλάβικο όνομα στο Μνημείο τού Άγνωστου Στρατιώτη. Το σλάβικο όνομα Μπάνιτσα (όπου έγινε μάχη κατά τούς βαλκανικούς πολέμους), ξέφυγε τού νεοελληνικού εθνικισμού, ο οποίος ξέχασε, ότι από το 1926 την είχε ήδη βαπτίσει με το ελληνοπρεπές Βεύη (ΦΕΚ 55/1926) κι όταν έξι χρόνια μετά, κατασκεύασε το μνημείο στο Σύνταγμα, εκ παραδρομής την κατέγραψε με το παλιό σλάβικο όνομά της.

Τα δάνεια από τη σλαβική, που επιβιώνουν σήμερα στην ελληνική γλώσσα, προέρχονται ως επί το πλείστον από τη σφαίρα τής γεωργίας, τής κτηνοτροφίας και τής ορολογίας φυτών και ζώων [π.χ. λόγγος (σλαβ. longu), βάλτος (blato) κ.ά.]. Τα σλάβικα τοπωνύμια, τα οποία έχουν καταγραφεί κατά χιλιάδες διάσπαρτας στον ελλαδικό χώρο, αποτυπώνουν την κατανομή των νεοφερμένων πληθυσμών στην περιοχή, αλλά επίσης παρέχουν στοιχεία -γλωσσολογικά και ιστορικά- για την εποχή τής εγκατάστασης και το ρυθμό αμοιβαίας αφομοίωσης με τούς ντόπιους.

Όταν οι σλαβικοί πληθυσμοί άρχισαν να εκβυζαντινίζονται, η σλαβική γλώσσα έπαψε να εξελίσσεται με τη δυναμική, που εξελίχτηκε στις καθ΄αυτό σλαβικές χώρες. Ακόμα, το γεγονός, ότι υπάρχουν ελάχιστα χριστιανικά σλαβικά τοπωνύμια, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο εκχριστιανισμός και η υιοθέτηση τής ελληνικής γλώσσας ήταν διαδικασίες παράλληλες και αλληλένδετες.

Εκτός από τα τοπωνύμια, αρκετές σλάβικες λέξεις επιβιώνουν στη γλώσσα μας έως σήμερα, όπως π.χ. βίτσα, μπουχός (=σκόνη), ντόμπρος (=ειλικρινής), ρούχο, σανός, σβάρνα (=συρόμενο γεωργικό εργαλείο), τσαντήλα (=αραχνοΰφαντο ύφασμα για το στράγγισμα τού τυριού) κ.ά. Ακούστε στο αρχείο ήχου το Τζίμη Πανούση, να εξηγεί με το δικό του μοναδικό τρόπο την ετυμολογία τής λέξης τής γλώσσας μας, η οποία προέρχεται από τη σλάβικη butsa (=εξόγκωμα, προεξοχή).

Ο Fallmerayer, συνέδεσε το ζήτημα των σλαβικών τοπωνυμίων της Ελλάδας, με το ζήτημα τής καταγωγής των Ρωμιών και τον εθνικό μύθο περί τής δήθεν αρχαιοελληνικής καταγωγής τους. Έτσι λοιπόν, εκτός από αυτόν και τα μεσαιωνικά βυζαντινά έργα, που στήριζαν την άποψη του, μπήκαν στο στόχαστρο τού ελληνικού εθνικισμού κι επιχειρήθηκε ν΄ απαξιωθούν (π.χ. «Χρονικόν τής Μονεμβασίας»).

Κι αν μεν τον Fallmeryer τον έβριζαν, τούς βυζαντινούς συγγραφείς τούς χαρακτήριζαν αναξιόπιστους, με τα τοπωνύμια τής χώρας όμως, τις «ανάγλυφες επιγραφές στο έδαφος», τι θα έκαναν; Η άποψη, που δόθηκε από το νεοελληνικό κρατίδιο σε αυτή την ερώτηση, ήταν: οργανωμένη επιχείρηση για τον εξελληνισμό τους.

Η επιχείρηση εξελληνισμού, δεν αφορούσε βέβαια μόνο τα σλάβικα τοπωνύμια, γιατί στη χώρα υπήρχαν ακόμη, χιλιάδες τούρκικα, αρβανίτικα, βλάχικα, βενετσιάνικα λατινικά. Το Βόντεν έγινε Έδεσσα, η Χρούπιστα, Άργος Ορεστικό, η Βαλόβιστα, Σιδηρόκαστρο, το Λαρίγκοβο, Αρναία, οι ποταμοί Βαρντάρ και Μπίστριτσα, Αξιός και Αλιάκμων, το βουνό Καρακάμεν, Βέρμιο, ο οικισμός Κούτλες, Βεργίνα κ.λπ. κ.λπ.

Όσο κι αν πάσχισε ο νεοελληνικός εθνικισμός να εξαφανίσει τα χιλιάδες τοπωνύμια-μαρτυρίες τής σημαντικής σλάβικης παρουσίας στον ελλαδικό χώρο μετονομάζοντας χωριά, βουνά, ποτάμια κ.ά., ακόμα και σήμερα οι ντόπιοι κάτοικοι ονομάζουν το Επιτάλιο Αγουλινίτσα, την Αλφειούσα Βολάντζα, τα Αροάνια Χελμό κ.λπ. κ.λπ. Σημειωτέον, ότι στη Βολάντζα-Αλφειούσα, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη τής Πελοποννήσου, υπάρχουν ακόμα και σήμερα αρκετοί ξανθοί με γαλανά μάτια.

Οι μετονομασίες είχαν σκοπό να απαλλάξουν την ελληνική ύπαιθρο από τυχόν υπολείμματα παλαιών κατακτητών και να αποστομωθούν οι επικριτές τής φυλετικής μας καθαρότητας. Δεν μπορούσε να λέγεται μια πόλη Ζητούνι (σλαβ. Zitun) κι έτσι μετονομάστηκε σε Λαμία.

Γι΄ αυτό έλεγε ο Fallmerayer, ότι «βρίσκει κανείς δίπλα στα ερείπια τής Μαντινείας, τού Αιγίου, τής Ωλένου, των Αμυκλών, τής Mεσσήνης και τής Μεγαλόπολης τόπους και ποταμάκια, που ονομάζονται Γκοριτσά, Βοστίτζα, Καμίνιτσα, Πίρνατσα, Χλουμούτσι, Σλάβιτζα, Βελιγοστή και Αράχοβα. Δεν είναι αναγκαία μια σε βάθος εξέταση, για να διακρίνει κανείς, ότι τέτοια ονόματα δεν μπορεί να βρίσκονται σε μια χώρα, που έχει παραμείνει αρχαιοελληνική, αλλά μάλλον στη Σερβία, στη Βουλγαρία... και, συνεπώς, ότι αυτά έχουν την προέλευσή τους όχι από Έλληνες, αλλά από ανθρώπους, που μιλούσαν σλάβικα».

Η επιχείρηση ελληνοποίησης δεν περιορίστηκε στα τοπωνύμια, αλλά επεκτάθηκε και στα ενοχλητικά επώνυμα, ειδικά αυτά, που έληγαν σε -ωφ, -βιτς κ.λπ. Γνωστός τού συγγραφέα, ο οποίος γεννήθηκε και ζει σε χωριό τής Δράμας, ονομάζεται σήμερα Πετρίδης, αυτός και η οικογένειά του. Δεν ήταν όμως Πετρίδης το οικογενειακό τους όνομα, αλλά Στογιάννης, το οποίο προερχόταν από το βουλγάρικο Στογιανώφ. Διηγείται λοιπόν, πως μια μέρα, μάζεψαν οι χωροφύλακες στο καφενείο τού χωριού τον παππού του κι όσους άλλους είχαν σλάβικα επίθετα και τούς διέταξαν να τα αλλάξουν επί τόπου διαλέγοντας από μια κατάσταση, που περιείχε μόνον ελληνοπρεπή επίθετα. Έτσι, ο παππούς, από Στογιανώφ έγινε Στογιάννης κι εν τέλει... Πετρίδης.

Κάπως έτσι γέμισε η μακεδονική ύπαιθρος και με κρητικά επώνυμα. Πολλοί κάτοικοι τής Μακεδονίας με σλάβικα επώνυμα τα άλλαξαν με ελληνοπρεπή λήγοντα σε -άκης. Αυτοί δεν είναι κρητικής, αλλά -προφανώς- σλάβικής καταγωγής.

Η Μακεδονία ήταν πάντα ένα πολυεθνικό μωσαϊκό. Ελληνική έχει βαφτιστεί από τον νεορωμέικο εθνικισμό και το μεγαλοϊδεατισμό, οι οποίοι εξακολουθούν -όπως φαίνεται- να ζουν και να βασιλεύουν στις σημερινές στρατιωτικές σχολές τής χρεωκοπημένης Ρωμιοσύνης. Τέτοιες συμπεριφορές χαρακτηρίζουν το Μεσαίωνα, που επικρατεί στούς εγκεφάλους και την ποιότητα τής σκέψης των σύγχρονων νονών. Με το να μετονομάζει μια ευρωπαϊκή χώρα ένα τόπο, για να ξορκίσει το γεγονός τής εκεί ύπαρξης Αρβανιτών, Βλάχων κ.ά., το μόνο που επιτυγχάνει επί τής ουσίας είναι να αποκαλύπτει τη σημερινή πνευματική και ιδεολογική του ένδεια και ανασφάλεια.

Βιβλιογραφία:

  1. «Ιστορία τού ελληνικού έθνους», έκδ. «Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.», Αθήνα, 1979.
  2. Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου: «Ιστορία τού ελληνικού έθνους», έκδ. Ν. Δ. Νίκας Α.Ε.», Αθήνα, 1930.
  3. Γιάννη Κορδάτου: «Μεγάλη ιστορία τής Ελλάδας», έκδ. «20ός αιώνας», Αθήνα, 1960.
  4. «Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου», έκδ. «Ήλιος», Αθήνα.
  5. «Το περί κτίσεως Μονεμβασίας χρονικόν».
  6. I. Φ. Φαλλμεράυερ: «Περί τής καταγωγής των σημερινών ελλήνων», έκδ. «Νεφέλη», Αθήνα, 1984.
  7. Καρόλου Χόπφ: «Οι σλάβοι εν Ελλάδι. Ανασκευή των θεωριών Φαλλμεράυρ», Βενετία, 1872.
  8. Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», έκδ. Εμπορικής Τράπεζας τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987.
  9. Κώστα Κόμη: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Μάνης, 15ος-19ος αιώνας», έκδ. πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2005.
  10. «Ρίζες ελλήνων - Μανιάτες», έκδ. «Πήγασος εκδοτική Α.Ε.», Αθήνα, 2009.

Η μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανική Εκκλησία

Προσθέστε σχόλιο
«Λατρεία ριζωμένη από τους αιώνες στον Παρθενώνα, που διαδέχθηκε την παρθένον η Αειπάρθενος, την Αθηνά η Αθηνιώτισσα την αρχαία κυρά η Νέα Κυρά, όπως ονομάζεται μια εικών της Παναγιάς εις τας Αθήνας».

Με το γνωστό γλαφυρό του ύφος ο Δ. Καμπούρογλου καταφέρνει να περιγράψει τόσο συνοπτικά τη συνέχεια της θρησκευτικότητας του ελληνισμού επί του Ιερού Βράχου της Ακροπόλεως. Κατά το μεγαλύτερο μάλιστα μέρος της μακραίωνης ιστορίας του, ο Παρθενώνας υπήρξε χριστιανικός ναός, καθότι για σχεδόν μια χιλιετία (αρχές 6ου ως μέσα 15ου αιώνα μ.Χ.), λειτουργούσε ως ναός αφιερωμένος στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την ύστερη αρχαιότητα, σε μια δυσπροσδιόριστη για τους ιστορικούς εποχή, ο Παρθενώνας επλήγη είτε από εκδήλωση σεισμού είτε πυρκαγιάς (πιθανόν εξαιτίας της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα το 267 μ.Χ.).

Σοβαρότατες ζημιές υπέστησαν τότε, τμήματα των κιόνων του, το εσωτερικό του σηκού, καθώς και η στέγη του, με άγνωστο το πότε και πως ανακατασκευάστηκαν. Άγνωστη παραμένει επίσης η ακριβής ημερομηνία της μετατροπής του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό, με τους ειδικούς να την τοποθετούν επί βασιλείας Ιουστινιανού (527-556 μ.Χ.).

Η χρονολόγηση αυτή στηρίζεται στην εύρεση Ιουστιανιάνης κοπής νομισμάτων σε χριστιανικούς τάφους στον πρόναο της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας. Σύμφωνα μάλιστα με μια ανώνυμη χειρόγραφη περιήγηση του 15ου αιώνος μ.Χ. στη βιβλιοθήκη της Βιέννης, ως κτήτορες του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου αναφέρονται κάποιοι Απολλώντας και Ευλίγιος.

Μετατροπή - Αρχιτεκτονικές Παρεμβάσεις

Προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της χριστιανικής λατρείας μας ο Παρθενώνας, υπέστη αρκετές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις έως ότου μετατραπεί σε τρίκλιτη βασιλική.

Επιγραμματικά αναφέρουμε την αλλαγή του προσανατολισμού του ναού, την πρόσθεση μιας αψίδας ανατολικά, την διάνοιξη παραθύρων και θυρών, την ανέγερση κωδωνοστασίου, την δημιουργία υπερώου και την τοίχιση ορισμένων μερών του αρχαίου οικοδομήματος.

Το αξιοπερίεργο και αξιοσημείωτο της μετατροπής του αρχαίου ναού στην «καθολική εκκλησία των Αθηνών», όπως αποκαλείτο αρχικά, ήταν η εμφανής προσπάθεια των βυζαντινών να περιοριστούν στις ελάχιστες δυνατές παρεμβάσεις προκειμένου να διατηρηθεί αναλλοίωτη η όψη του αρχαίου ναού. Έτσι ο ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας παρέμεινε ο αιώνιος Παρθενώνας, που θαυμάζουμε έως σήμερα.

Γλυπτά Παρθενώνα

Οι βυζαντινοί Αθηναίοι, αν και δεν είχαν καμιά υποχρέωση να διασώζουν αρχαία μνημεία, εν τούτοις προσπάθησαν να διατηρήσουν μεταξύ άλλων, σχεδόν ανέπαφο τον Παρθενώνα.

Η ζωφόρος με την Παναθηναία της πομπή, καθώς και οι εναέτιες συνθέσεις του Παρθενώνα, που απεικόνιζαν τον αγώνα ανάμεσα στην Αθηνά και στον Ποσειδώνα δυτικά, και τη γέννηση της θεάς ανατολικά, παρέμειναν εν πολλοίς άθικτες. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ένα μικρό μέρος του ανατολικού αετώματος, που καταστράφηκε κατά την ανέγερση της κόγχης του ιερού της Παναγίας της Αθηνιώτισσας.

Είναι αλήθεια ότι οι ανάγλυφες μετόπες της ανατολικής, βόρειας και δυτικής πλευράς, που απεικόνιζαν μάχες μεταξύ Θεών - Γιγάντων, Ελλήνων - Τρωών και Ελλήνων – Αμαζόνων αντιστοίχως, απολαξεύθηκαν, σε άγνωστη όμως εποχή. Η διατήρηση μιας μετώπης στην βόρεια πλευρά, που θα μπορούσε να πει κανένας ότι ομοιάζει με την απεικόνιση της παραστάσεως του ευαγγελισμού της Θεοτόκου, οδήγησαν πολλούς στο εύκολο και γρήγορο συμπέρασμα ότι καταστροφή του συνόλου των μετοπών συντελέστηκε από χριστιανικά χέρια. Η θεωρία όμως αυτή είναι έωλη, χωρίς την ύπαρξη αντιστοίχων πηγών και αναφορών σε μοναχούς και κληρικούς που γκρέμιζαν μετά ιερού ζήλου αρχαίους ναούς και μνημεία.

Εάν όμως η καταστροφή οφειλόταν στην εχθρική στάση των χριστιανών απέναντι στην ειδωλολατρική θρησκεία, πώς εξηγείται η διατήρηση του λοιπού γλυπτού διακόσμου; Οι μετόπες θα μπορούσαν να είχαν εξίσου εύκολα ακρωτηριαστεί είτε από φανατικούς και μεμονωμένους χριστιανούς της πόλης, είτε από Λατίνους κατακτητές του 13ου αιώνος μ.Χ., είτε από τους Οθωμανούς Τούρκους, είτε από τους δυτικούς περιηγητές της τουρκοκρατίας, είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, φυσική ή μη.

Σε οποιαδήποτε όμως περίπτωση, το βάρος της προσοχής θα έπρεπε να πέφτει στην ηθελημένη διατήρηση από τους βυζαντινούς των εναετίων συνθέσεων του Παρθενώνα και της ζωφόρου που καταληστεύτηκε σε ύστερους αιώνες από του δυτικούς, και όχι στον σε άγνωστο χρόνο και αιτία ακρωτηριασμό των μετοπών.

Διατήρηση ολόκληρων παραστάσεων της αρχαίας τέχνης και θρησκείας στο σημαντικότερο χριστιανικό κέντρο της Αθήνας, αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη για τον σεβασμό, την περηφάνια και την αίσθηση ενότητας που νιώθανε οι βυζαντινοί κάτοικοι της, προς το ένδοξο παρελθόν τους.

Αντιγράφοντας τα λεγόμενα του ιστορικού W. Perkins, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα:

«σε ολόκληρη την επικράτεια της αυτοκρατορίας, οι εναέτιες αυτές συνθέσεις συνιστούν τη μοναδική περίπτωση διατήρησης ενός παγανιστικού γλυπτικού διακόσμου, που επιβίωσε άθικτο στην αρχική του θέση πάνω στην πρόσοψη ενός ναού, που μετετράπηκε σε εκκλησία. Αν ένας αρχαίος έλληνας έκανε ταξίδι στο χρόνο και επισκεπτόταν τον καθεδρικό της μεσαιωνικής Αθήνας, δεν θα είχε καμιά δυσκολία να τον αναγνωρίσει ως το ναό της θεάς Αθηνάς».

Προσκύνημα

Η Αθήνα κατά τα Βυζαντινά έτη μετετράπη σε ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του βυζαντινού κόσμου, εν πλήρη αντιθέσει με τις θεωρίες ερημώσεώς της που οι δυτικοί προσπάθησαν επιμόνως να επιβάλουν.

Η ταυτότητα του Παρθενώνα (και της πόλης γενικότερα) όχι μόνο δεν απωλέσθηκε κατά τη μετατροπή του σε τρίκλιτη βασιλική, αλλά αντίθετα μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε προς το καλύτερο.

Παραδόξως μάλιστα, η σπουδαιότητα του μνημείου ως εκκλησία υπήρξε μεγαλύτερη από τη σημασία που είχε ως ειδωλολατρικό ιερό.

Σχεδόν αμέσως την μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό, έχουμε την εμφάνιση των πρώτων χριστιανικών τάφων πέριξ του ναού, και χαραγμάτων στους κίονες των μνημείων της Ακροπόλεως.

Δύο σημαντικές μορφές της εκκλησίας μας του 10ου αιώνος μ.Χ. συναριθμήθηκαν μεταξύ των προσκυνητών της Παναγίας του Ιερού Βράχου των Αθηναίων. Συγκεκριμένα πρόκειται για τον όσιο Λουκά (μετέπειτα κτήτορας της ομώνυμης Μονής στην Βοιωτία και πιθανώς της βυζαντινής Μονής Αστερίου Υμηττού), ο οποίος ήρθε το 946 μ.Χ. σε εφηβική ηλικία στην Αθήνα, για να ενδυθεί εν συνεχεία το μοναχικό σχήμα και να παραμείνει μεγάλο χρονικό διάστημα στην Αττική και για τον όσιο Νίκωνα τον Μετανοείτε, ο οποίος το 980 μ.Χ. κήρυξε μάλιστα τον ευαγγελικό λόγο στον πιστό λαό της Αθήνας.

Το 1019 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β’ μετά την οριστική επικράτηση του επί των Βουλγάρων στην μάχη του Κλειδίου, επισκέφτηκε την Αθήνα ως πρώτη πρωτεύουσα του ελληνισμού, προκειμένου να προσκυνήσει την Παναγιά την Αθηνιώτισσα και να την ευχαριστήσει για τις επιτυχίες του στο πεδίο των μαχών.

Λατινοκρατία

Παρά την ειρηνική παράδοση της πόλεως των Αθηνών στους κατά τα άλλα «ομόδοξους» δυτικούς, η πόλη αλώθηκε πλήρως.

Μεταξύ άλλων συλήθηκε τότε ο ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας με τα παντός είδους τιμαλφή, αφιερώματα και ιερά λειτουργικά σκεύη είτε να διανέμονται μεταξύ των κατακτητών, είτε να ρευστοποιούνται και να χρησιμοποιούνται για την κοπή νομισμάτων.

Την ίδια θλιβερή τύχη είχαν και πολλοί άλλοι ναοί και μονές της Αθήνας, καθώς και η πλουσιότατη βιβλιοθήκη του Αγίου Μιχαήλ Χωνιάτη επί των Προπυλαίων.

Εν συνεχεία, η Παναγία η Αθηνιώτισσα μετετράπη σε μητροπολιτικό ναό των Λατίνων, υπό την ονομασία «Santa Maria di Atene» και επανδρώθηκε από πλήθος Λατίνων κληρικών και μοναχών που ήρθαν από τη δύση για το σκοπό αυτό.

Ο νέος ηγεμόνας της Αθήνας, φράγκος δούκας Όθωνας ντε λα Ρος (1205-1225 μ.Χ.), άμα τη εγκαταστάσει του στην πόλη, μερίμνησε άμεσα για την ενίσχυση της άμυνάς της.

Τότε ήταν που κατασκευάστηκε το γνωστό Ριζόκαστρο, ένας οχυρωματικός περίβολος στις παρυφές της Ακρόπολης, μήκους 1.240 μέτρων, που με την ανέγερση προμαχώνων και προτειχισμάτων κατέστη ένα πραγματικό μεσαιωνικό κάστρο. Ταυτόχρονα νοτίως των Προπυλαίων ανηγέρθη ένας ισχυρός πύργος (πύργος Σερπεντζές), τον οποίο ο Ερρίκος Σλήμαν κατεδάφισε άκριτα, το έτος 1875 μ.Χ. Το ανάκτορό του δούκα, βρισκόταν στα κατάλληλα προς τούτο διαρρυθμισμένα Προπύλαια, ενώ η κατοικία του καθολικού επισκόπου στο Ερεχθείο.

Τελικά η Παναγία η Αθηνιώτισσα, ακολουθώντας την τύχη της Αθήνας, περιήλθε το 1311 μ.Χ. στα χέρια των Καταλάνων και το 1388 μ.Χ. στους Φλωρεντίνους δούκες Άτσαγιόλι, που σφράγισαν την δεσποτεία τους με την ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς παλατίου επί των Προπυλαίων.

Τουρκοκρατία

Μετά την παράδοση της Ακροπόλεως το 1458 μ.Χ από τους Ατσαγιόλι στους Τούρκους, ο Ιερός Βράχος μετετράπη σε κάστρο της τουρκικής φρουράς, απρόσιτο στον λοιπό λαό. Ο καθολικός ναός της Παναγίας, μετετράπη σε μουσουλμανικό τζαμί και το κωδωνοστάσιο του, αντιστοίχως σε μιναρέ. Εσωτερικά τα ψηφιδωτά και οι λοιπές αγιογραφίες, επικαλύφθηκαν με ασβέστη και γύψο, προκειμένου να εξαλειφθεί κάθε σημάδι του χριστιανικού ναού.

Αξιοσημείωτο τυγχάνει ότι πλην του Παρθενώνα, ο Μωάμεθ ο Πορθητής δεν επέτρεψε την μετατροπή καμιάς άλλης εκκλησίας σε τζαμί, ως ένδειξη σεβασμού στην ιστορία και στα αρχαία μνημεία της Αθήνας.

Δύο αιώνες αργότερα όμως και μετά την κατάρρευση μεγάλου τμήματος του Παρθενώνα από τις μπομπάρδες του Μοροζίνη, οι Οθωμανοί ανήγειραν εντός του σηκού του αρχαίου ναού ένα μικρό τζαμί, το οποίο τελικά κατεδαφίστηκε το 1842 μ.Χ. μετά την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

Μοροζίνη

Ο Παρθενώνας, που παρέμεινε ιερός και ανέγγιχτος από χριστιανούς και βαρβάρους όλων των εποχών, καταστράφηκε ηθελημένα το έτος 1687 μ.Χ. από τον στρατηγό των Βενετών Φραντσέσκο Μοροζίνι κατά την πολιορκία της Αθήνας.

Γνωρίζοντας ότι οι αμυνόμενοι Τούρκους είχαν μετατρέψει τον Παρθενώνα σε μπαρουταποθήκη, έδωσε εντολή για την στόχευσή του, σπεύδοντας να συγχαρεί μάλιστα του πυροβολητές μετά την ανατίναξη.

Ο Μοροζίνι εν συνεχεία δέχτηκε επαίνους από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία για την επιτυχία του, σε σημείο να κοπούν και αναμνηστικά μετάλλια του γεγονότος, αν και τα πραγματικά οφέλη της νίκης του ήταν ανύπαρκτα. Ο στρατός του Μοροζίνη, αναγκάστηκε να εγκαλείψει την Αθήνα σε διάστημα λίγων μηνών, ακολουθούμενος τους ραγιάδες της Αθήνας, που εφοβούντο αντίποινα των Τούρκων.

Κατά την υποχώρησή τους αυτή οι Βενετοί προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να αποσπάσουν τα αγάλματα του δυτικού αετώματος του Παρθενώνος. Λόγω του βάρους τους και της προχειρότητας της προσπάθειας όμως, τα αγάλματα έπεσαν στο έδαφος και συνετρίβησαν. Τελικά αρκέστηκαν στην κλοπή όσων έργων τέχνης μπορούσαν να αποσπαστούν και να μεταφερθούν σχετικά εύκολα στην Βενετία, τα μνημεία αυτά έως τη σήμερον απαντώνται διασκορπισμένα σε διάφορα μουσεία της Ευρώπης. Ο Παρθενώνας, μετά το πέρασμα του Μοροζίνη δεν ήταν παρά μια σκιά της προηγούμενης δόξας του.

Το μεσαίο τμήμα του ναού με τα επιστύλιά του καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο γλυπτός διάκοσμος του επλήγη ακόμα περισσότερο, ενώ ο Ιερός Βράχος γέμισε από θραύσματα και μάρμαρα του ναού. Στη θέση τους παρέμειναν μόνο οι κίονες της δυτικής και ανατολικής πλευράς του ναού, καθώς και κάποια τμήματα του σηκού.

Ο μεγάλος όγκος των θραυσμάτων του μνημείου με την σχεδόν αδύνατη μεταφορά τους, είχε και την ευεργετική θετική παρενέργειά του, αφού απέτρεψε τον περαιτέρω εποικισμό τους από τους Οθωμανούς.

Διαφημίσεις