Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Magna Grecia: ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ


Ένα τραγούδι της Mimma Nucera, στη γλώσσα των Ελλήνων της Καλαβρίας

I glossama en ecchi na petheni. [H γλώσσα μου δεν αξίζει να πεθάνει.]
O pappumma viata mu leghi [Ο παππούς μου πάντα μου λέγει]
ti sta keru dicatu [ότι στους καιρούς τούς δικούς του]
ti glossa ti eplatega [η γλώσσα που μιλούσαν]
ito viata to grecu. [ήτο πάντα ελληνική.]
Ce arte, lego ego: [και άρτι (αμέσως), λέγω εγώ:]
iati' i guvernaturi [γιατί οι κυβερνώντες]
thelusi na chathi [θέλουσι να χαθεί]
i glossa tu grecani? [η γλώσσα του Έλληνα;]
Ecini fenonde manacho' ste votazioni [Εκείνοι, φαίνονται (=αρχ. παρουσιάζονται) μονάχοι στις εκλογές]
ce ulli crazzondo fili ce cumparidi, [και όλοι κράζωνται φίλοι και γνωστοί (κουμπάροι < κόμβος = δεσμός/δέσιμο)]
podo' ti tteglionni to bdomadi [κι όταν τελειώνει η εβδομάδα]
en agronizzu pleo canena. [δεν γνωρίζουν πλέον κανέναν.]
Afudatema esi cali' christianima [Βοηθείστε μας (οφελήστε μας), εσείς καλοί μου χριστιανοί]
pu iste ode delemmeni [που είστε όλοι δουλεμμένοι (εξαπατημένοι/εκμεταλλευμένοι)]
na some stili stin addi ghenia [να παραδώσουμε στύλη (πινάκιο γραφής) στην άλλη γενιά]
ti glossama ce ta pramata to pappumma. [τη γλώσσα μας και τα πράγματα του παππού μας.]


«Είσαι Γκρίκο; Εμπα στο σπίτι μου να μπει ο ήλιος». Με αυτόν τον τρόπο οι κάτοικοι των ελληνοφώνων χωριών της Κάτω Ιταλίας, υποδέχονται σήμερα τους Έλληνες. Ταυτόχρονα απευθύνουν μια δραματική έκκληση προς κάθε αρμόδια Αρχή της μητέρας Ελλάδας, η οποία φαίνεται συχνά να αγνοεί ακόμη και την ύπαρξή τους. Όμως, οι Γκρεκάνοι φωνάζουν γεμάτοι υπερηφάνεια με όλη τους την ψυχή: «Είμαστε Γκρέτσοι, γιατί έχομε το ίντιο αίμα τσε την ίδια γκλώσσα». Ποιος έχει δικαίωμα να μείνει αδιάφορος αντιμετωπίζοντας αυτό το αγωνιώδες μήνυμα;

Λίγα ταξίδια μπορούν πραγματικά να παρουσιάσουν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για τους Έλληνες ταξιδιώτες, όσο μια περιήγηση στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, περιοχές οι οποίες αποτέλεσαν, ως γνωστόν, πεδίο εκπληκτικής αποικιακής δραστηριότητας του αρχαίου ελληνισμού, κυρίως τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.Χ. Σε αντίθεση με άλλες χώρες που επιχειρούν να αποκρύψουν το ελληνικό παρελθόν των εδαφών τους, οι Ιταλοί ευτυχώς αποκαλούν ακόμη και διαφημίζουν την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ως «Μεγάλη Ελλάδα» (Magna Grecia).

Το όνομα αυτό εμφανίσθηκε για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα π.Χ. Η μεγάλη άνεση του χώρου της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας σε σχέση με τη στενότητα του κυρίως ελλαδικού, πιθανώς ήταν η αιτία για το όνομα. Τότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το όνομα «Graeci» για τους Έλληνες και έχει οπωσδήποτε σχέση με τους Βοιωτούς Γραίους.

Η ονομασία αυτή οφείλεται όχι μόνο στον πλούτο, την πυκνότητα και την ομορφιά των μνημείων που δημιούργησαν εκεί οι αρχαίες ελληνικές αποικίες, αλλά και στην πολιτιστική και οικονομική επικράτηση των Ελλήνων έναντι άλλων πολιτισμών, οι οποίοι άφησαν το στίγμα τους στην περιοχή.

Με εξαίρεση τη Συρία, όπου υπάρχουν αρχαιότητες οκτώ διαφορετικών πολιτισμών, δεν υπάρχει άλλος τόπος στον κόσμο, ο οποίος να στολίζεται με μνημεία τόσων πολλών και ποικίλων πολιτισμών, οι οποίοι μάλιστα αλληλοεπηρεάσθηκαν και συγχωνεύθηκαν κατά τον πιο παράδοξο και ταιριαστό τρόπο. Φοίνικες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Νορμανδοί, Γάλλοι, Ισπανοί κ.ά. άφησαν στα μέρη αυτά σπουδαία δείγματα των πολιτισμών τους. Κανείς, όμως, από τους πολιτισμούς αυτούς δεν άφησε ζωντανή μέχρι σήμερα την παράδοση του, εκτός από τον ελληνικό.

Αυτό ισχύει για τις περιοχές της Καλαβρίας και της Απουλίας (Σαλέντο) στην Κάτω Ιταλία, όπου ακόμη και σήμερα διατηρείται άσβεστο το ελληνικό πνεύμα, μαζί με την ελληνική γλώσσα, η οποία εξελισσόμενη διαφορετικά μέσα στις συνθήκες της Ιταλίας έδωσε μια άλλη διάλεκτο, τα λεγόμενα «Γκρεκάνικα» (στην Καλαβρία) ή «Γκρίκο» (στην Απουλία).

Οι απομονωμένοι Έλληνες των δύο αυτών περιοχών διατήρησαν πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τους παράδοσης και της γλώσσας τους, η οποία μέχρι σήμερα διέσωσε πολλές αρχαίες λέξεις και εκφράσεις. Πρόκειται για μια μοναδική στον κόσμο όαση αρχαιοελληνικής πολιτισμικής επιβίωσης, μαζί με εκείνη των φυλών Καφίρ στο Αφγανιστάν και Καλάς στο βόρειο Πακιστάν (στις δύο τελευταίες, όμως, δεν διατηρήθηκε η αρχαιοελληνική γλώσσα).

Τα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας είναι εννέα (Γκαλλιτσανό, Αμεντολέα ή Αμυγδαλέα, Kοντοφούρι, Ροχούδι, Χωρίο Ροχούδι, Βουνί ή Ροκκαφόρτε ντελ Γκρέκο, Χωρίο Βουνίου, Βούα ή Βονά (Μπόβα) και Γυαλός του Βούα - Bova Marina ή Φούντακας), αλλά στην ευρύτερη ορεινή περιοχή του βουνού Ασπρομόντε υπάρχουν αρκετά ακόμη με ελληνικά ονόματα (Βασιλικό, Στύλος, Πενταδάκτυλο, Καταφόριο, Ιέραξ (Τζεράτσε), Πολύστενα κ.α.).

Σε απόσταση 600 χλμ, στην περιοχή της Απουλίας (Σαλέντο), νοτίως του Λέτσε (Lecce, το οποίο ήταν γνωστό ως «Φλωρεντία του Νότου» ή «Αθήνα της Απουλίας») υπάρχουν άλλα εννέα ελληνόφωνα χωριά (Καλημέρα, Ματάνο, Μαρτινιάνο, Κοριλιάνο ντ’ Ότραντο, Καστρινιάνο ντεϊ Γκρέτσι, Τζολίνο, Σολέτο, Στερνατία και Μελπινιάνο) με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από γεωφυσική και οικονομική άποψη και με ελάχιστες επαφές και ανταλλαγές με τα χωριά της Καλαβρίας. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ των δύο περιοχών είναι αυτή η μοναδική και ιδιόρρυθμη γλώσσα, η οποία επέζησε 27 ολόκληρους αιώνες μέσα από τα τοπωνύμια, τα τραγούδια, τις παραδόσεις και τα έθιμα των κατοίκων τους.

Γλωσσολογικές Παρατηρήσεις για την Γκρεκάνικη Γλώσσα


Ο σύγχρονος γλωσσολόγος ερευνητής Αναστάσιος Καραναστάσης, ο οποίος με εντολή της Ακαδημίας Αθηνών μελέτησε την γκρεκάνικη διάλεκτο, στηρίζει και ισχυροποιεί τη Θεωρία του Γ. Χατζιδάκι περί αδιάλειπτης συνέχειας της γλώσσας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με μια σειρά παρατηρήσεων:

  • Η ύπαρξη πολλών σπάνιων αρχαίων λέξεων: Κυρίως δωρικών, ανύπαρκτων όμως στη βυζαντινή και στη νεοελληνική γλώσσα, π.χ. νασίδα = νησίδα, τράφο = τάφρος, αγιολούπο = αιγίλωψ (άγρια βρώμη) κ.ά.
  • Η διαφορετική προφορά των διπλών συμφώνων: Η οποία προέρχεται από τους Δωριείς και δεν απαντάται στη βυζαντινή ούτε στη νεοελληνική, π.χ. ξίφος > σκίφος, ψαλίς > σπαλίς.
  • Σπάνια αρχαία σημασιολογικά στοιχεία: Διαφορετικά στη νεοελληνική, π.χ. το ρήμα σηκώνω δεν έχει τη σημασία του υψώνω, αλλά την αρχαία, δηλαδή φυλάσσω σε κλειστό χώρο.

Η γλώσσα, βέβαια, εμπλουτίστηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους με λέξεις του λεξιλογίου της Εκκλησίας, π.χ. Πασκαλία = Πάσχα, Πιφανεία = Επιφάνεια. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η ύπαρξη ιδιόρρυθμων μοναδικών λέξεων, π.χ. αγαπησίν = αγάπη, όστρια = έχθρα κ.ά. Το στοιχείο αυτό προέκυψε από την ανάγκη του εμπλουτισμού της γλώσσας κατά τη μακροχρόνια απομόνωση των ελληνόφωνων πληθυσμών.

Τα γκρεκάνικα, όμως, εκτός από τις αρχαιοελληνικές ρίζες τους και τον βυζαντινό εμπλουτισμό παρουσιάζουν μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή εξαιτίας και των λεξιλογικών δανείων τους από την ιταλική γλώσσα, τα οποία ενσωματώθηκαν αφού ακολούθησαν τους κανόνες της ελληνικής γραμματικής, π.χ. η ιταλική λέξη bicchiere (ποτήρι) έγινε το μπικέρι, του μπικεριού κλπ. Έτσι, το ιδίωμα των ελληνοφώνων έχει προσλάβει έναν μελωδικό τόνο, και θυμίζει αμυδρά την κυπριακή ή την κρητική διάλεκτο.

Ιστορική Αναδρομή


Μια ιστορική αναδρομή στις ρίζες των ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας βοηθά και στη διερεύνηση του προβλήματος της καταγωγής τους. Κατά τον Ηρόδοτο οι πρώτοι Έλληνες έφθασαν στην Ιταλία από την Κρήτη, ενώ κατά τον Στράβωνα οι πρώτες εγκαταστάσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. Ο πραγματικός ελληνικός αποικισμός, ωστόσο, άρχισε τον 8ο και κορυφώθηκε τον 6e και τον 5ο αιώνα π.Χ. Οι αποικίες που ιδρύθηκαν (Τάρας, Ρήγιο, Κύμη, Ελέα, Ηράκλεια, Ποσειδώνια, Σύβαρις, Κρότων, Μεταπόντιο κ.ά.) ήκμασαν επί αιώνες σε όλους τους τομείς των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

Στους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας έγιναν μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών από τα παράλια προς την ενδοχώρα και την οροσειρά του Ασπρομόντε της Καλαβρίας, ενώ η ελληνική γλώσσα κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο έγινε επίσημη γλώσσα της Θείας Λειτουργίας. Αργότερα οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, ενισχύοντας το ελληνικό στοιχείο με πρόσφυγες από τη Σικελία και τη Β. Αφρική μετά τις αραβικές κατακτήσεις.

Από τον 5ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ. ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας γνώρισε μεγάλη ακμή λόγω αλλεπάλληλων νέων εποικισμών από τον ελλαδικό χώρο και την Κωνσταντινούπολη, με αποκορύφωμα τους διωγμούς της Εικονομαχίας (726 - 843 μ.Χ.), περίοδο κατά την οποία πλήθος εικονόφιλων μοναχών κατέφυγε εκεί.

Η απώλεια των βυζαντινών εδαφών από τους Νορμανδούς στο τέλος του 11ου αιώνα προκάλεσε την παρακμή του ελληνορθόδοξου στοιχείου. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) έφερε ένα τελευταίο κύμα προσφύγων, αλλά οι συνεχείς πιέσεις της Καθολικής Εκκλησίας επέφεραν την τελική παρακμή στο τέλος του 16ου αιώνα. Οι κάτοικοι έχασαν τη θρησκευτική τους αυτονομία βίαια: στην Καλαβρία το 1574 και στην Απουλία το 1621. Οι Έλληνες όμως της Καλαβρίας δεν έπαψαν να εκκλησιάζονται στα ελληνικά μέχρι τον 19ο αιώνα.

Το Πρόβλημα της Καταγωγής και της Γλώσσας τους


Το ορθόδοξο τυπικό μπορεί να ξεριζώθηκε, η γλώσσα τους όμως διατηρήθηκε πεισματικά μέσα από την προφορική παράδοση. Το 1802 ο Άγγλος περιηγητής John Chetwode Eustace «ανακάλυψε» τα ελληνόφωνα χωριά. Όταν το θέμα εξαπλώθηκε διεθνώς, άρχισε η διατύπωση δύο βασικών θεωριών:

  1. Η θεωρία του Giuseppe Morosi (1870): Υποστηρίζει ότι οι ελληνόφωνοι προέρχονται αποκλειστικά από Βυζαντινούς εποίκους του μεσαίωνα (9ος - 12ος αιώνας).
  2. Η θεωρία του Γ. Χατζιδάκι και Gerhard Rohlfs: Υποστηρίζει την αδιάλειπτη συνέχεια της γλώσσας στην Κάτω Ιταλίας από την εποχή του αρχαίου αποικισμού της Μεγάλης Ελλάδας.

Οι ίδιοι οι κάτοικοι πιστεύουν ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Χρησιμοποιούν τη λέξη Griko (Γρήκος) και γράφουν τις ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες. Η διάλεκτος επιβίωσε τόσους αιώνες λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης και της ενδογαμίας που επικρατούσε μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σήμερα ο κίνδυνος εξαφάνισης είναι ολοφάνερος λόγω της υποχρεωτικής ιταλικής παιδείας και των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. Στην Καλαβρία, από τους 20.000 κατοίκους, μόλις 4.000 καταλαβαίνουν τη γλώσσα. Στο χωριό Γκαλλιτσανό, όμως, η διάλεκτος ομιλείται ακόμα και από τα παιδιά. Στην Απουλία η κατάσταση είναι καλύτερη, καθώς περίπου 20.000 άνθρωποι μιλούν τα Γκρίκο.

Η Σημερινή Κατάσταση στα Ελληνόφωνα Χωριά


Στην Καλαβρία τα χωριά είναι «σκαρφαλωμένα» στις άγριες πλαγιές του Ασπρομόντε, παρουσιάζοντας προβληματικό βιοτικό επίπεδο και έντονη μετανάστευση. Αντίθετα, στην Απουλία οι συνθήκες είναι σαφώς καλύτερες, καθώς τα χωριά βρίσκονται σε μια εύφορη πεδιάδα με αναπτυγμένη γεωργία και βιοτεχνία.

Οι ενέργειες των Γκρεκάνων για τη διάσωση της ταυτότητάς τους περιλαμβάνουν αδελφοποιήσεις με δήμους της Ελλάδας, εκδόσεις γραμματικής, εφημερίδων και πλούσιας ποιητικής συλλογής, η οποία συνεχίζει τη λυρική παράδοση της αρχαιότητας. Το ιταλικό κοινοβούλιο τον Απρίλιο του 1998 αναγνώρισε τα γκρεκάνικα ως προστατευόμενη γλώσσα, ενώ το ελληνικό κράτος στέλνει εκπαιδευτικούς για τη διδασκαλία των νέων ελληνικών.

Εκτός από τη γλώσσα, κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η νοσταλγική μουσική τους, τα παραμύθια, τα μοιρολόγια, ο βαθύς σεβασμός στην οικογένεια και η έμφυτη φιλοξενία τους.

Επίλογος

Οι Γκρεκάνοι της Κάτω Ιταλίας αποτελούν ένα σπάνιο παράδειγμα επιβίωσης. Είναι Ιταλοί πολίτες που αγωνίζονται να διατηρήσουν τις ρίζες τους, συνδέοντας πολιτισμικά τις δύο χώρες. Αν χάσουν την ιδιαίτερη αυτή διάλεκτο, θα αποτελέσουν απλώς ένα τουριστικό αξιοθέατο χωρίς παρελθόν. Ωστόσο, οι ίδιοι δεν απογοητεύονται, καθώς όλο και περισσότεροι νέοι στρέφονται σήμερα με υπερηφάνεια στη γλώσσα των προγόνων τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διαφημίσεις