Ο Μανώλης Χιώτης δεν ήταν απλώς ένας μουσικός. Ήταν το «κράμα» του αρχοντικού, του ρεμπέτη, του αριστοκράτη και του νταή. Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μέσα στη χλιδή του μπαρ της μητέρας του στο Ναύπλιο, αλλά δεν έχασε ποτέ τη λεβεντιά και την ντομπροσύνη που κληρονόμησε από τον Πειραιώτη πατέρα του, Διαμαντή.
Τα Πρώτα Χρόνια: Από τη Σφυρίχτρα στην Κιθάρα
Όλα ξεκίνησαν με μια απλή σφυρίχτρα. Αυτό ήταν το πρώτο του «όργανο», με το οποίο σκάρωνε μελωδίες στο Ναύπλιο. Όταν όμως ήρθε η ώρα για την κιθάρα, ο Μανωλάκης έδειξε από νωρίς τον χαρακτήρα του. Δεν δέχτηκε το «παιδικό» κιθαρόνι του Γαϊτάνου.
Έτσι ξεκίνησε η πορεία ενός παιδιού που έγινε βιρτουόζος χωρίς δάσκαλο (κατά κάποιους) ή με σπουδαίους δασκάλους (κατά άλλους), για να φτάσει να «σκάει από τη ζήλια» τους παλαιότερους επαγγελματίες της Αθήνας.
Η Επανάσταση του Τετράχορδου
Όταν το μπουζούκι των τριών χορδών δεν του ήταν πια αρκετό για τις αρμονικές αναζητήσεις του, ο Χιώτης δεν δίστασε να ταράξει τα νερά. Η ιστορική στιχομυθία με τον οργανοποιό για το «μπουζούκι με τις οκτώ χορδές» έμελλε να αλλάξει τον ήχο του λαϊκού τραγουδιού.
Η επινόηση αυτή δίχασε τους ρεμπέτες σε «τρίχορδους» και «τετράχορδους», αλλά η ιστορία δικαίωσε τον Χιώτη. Με το «Πασατέμπο» (1946) το τετράχορδο μπουζούκι καθιερώθηκε και απογείωσε τη λαϊκή μουσική.
Ο Έκπτωτος Άγγελος της Μουσικής
Ο Χιώτης υπήρξε πρωτοπόρος. Έπαιζε τα πάντα: κιθάρα, μπουζούκι, βιολί, ούτι. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε και τα πέντε δάχτυλα, δίνοντας μια ταχύτητα που άφησε εποχή. Δεν ήταν μόνο ο συνθέτης των σουξέ, αλλά ο δημιουργός μιας νέας σχολής.
Όπως είχε γράψει ο Μπαγιαντέρας:
«Είδα ακόμα κι ένανε
το Χιώτη το Μανώλη
που με το μπουζουκάκι του
γλεντούσαν κι οι διαβόλοι».
Έφυγε πρόωρα, στις 21 Μαρτίου 1970, την ημέρα των γενεθλίων του (και των γενεθλίων του οργάνου του), αφήνοντας ένα κενό που κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να γεμίσει. Ένας ρεμπέτης στη ζωή, ένας αριστοκράτης στη μουσική.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου