Δεν ξέρω τι είναι πιο ηχηρό. Η βοή από τις διαδηλώσεις ή η σιωπή των φοβισμένων πίσω από τα παράθυρα. Δεν ξέρω τι είναι πιο αποπνικτικό. Τα δακρυγόνα στο κέντρο της Αθήνας ή η μυρωδιά του φόβου που ξεχειλίζει στα πεζοδρόμια και τα καφέ. Ο φόβος. Τον αισθάνεσαι πια. Κατεβαίνει μαζί σου την Κηφισίας και μπαίνει στο σπίτι κι ας κλειδώνεις την πόρτα μία και δύο φορές.
Η γενιά μου δεν γνώριζε τον φόβο. Είναι η ευτυχισμένη γενιά της μοιραίας Ελλάδας. Για μας, ο φόβος ήταν κάτι στην αφήγηση της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, κάτι σ’ εκείνες τις αργές σκηνές στον «Θίασο» του Αγγελόπουλου, κάτι στην απολογία του πατέρα για τα βιβλία που έκαψε μη και τα βρουν στο σπίτι στη Χούντα. Για μας, ο φόβος ήταν στοιχείο μυθιστορηματικό, με ηρωικά στοιχεία και πάντα με κάθαρση.
Είναι ο φόβος που πλανάται παντού χωρίς πρόσωπο, χωρίς ήχο να τον ακούσεις. Είναι ο φόβος εκείνων που δεν βλέπουν τον εχθρό. Και φοβούνται περισσότερο γιατί μπορεί εχθρός να μην υπάρχει.
Περισσότερο από τον φόβο, αυτή την άγνοια φοβάμαι. Περισσότερο από τον φόβο, την σιωπή των φοβισμένων φοβάμαι. Αυτών πίσω από τα παράθυρα, των σκυμμένων στα γραφεία, των έτοιμων να δεχτούν τα πάντα, αρκεί να μη φοβούνται πια.
Που είναι έτοιμοι να συμβιβαστούν, για να γλιτώσουν το τομάρι τους από τον φόβο. Περισσότερο από τον φόβο, φοβάμαι εκείνους που θα ψάξουν να βρουν βαρβάρους στους δρόμους της γειτονιάς και στις πλατείες. Που θα ονοματίσουν εχθρό τον διπλανό για να διασκεδάσουν τον δικό τους φόβο. Περισσότερο κι από τον φόβο, φοβάμαι τους φοβισμένους ανθρώπους…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου