Η περίοδος από το 1920 έως το 1933 στις ΗΠΑ υπήρξε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες εποχές της αμερικανικής ιστορίας, όταν κηρύχθηκε παράνομη —με συνταγματική πρόνοια— η παρασκευή, διακίνηση, εισαγωγή, εξαγωγή και πώληση αλκοολούχων ποτών.
Οι ρίζες του κινήματος
Το κίνημα της ποτοαπαγόρευσης είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 19ου αιώνα. Η πρωτοβουλία ανήκε σε θρησκευτικές προτεσταντικές οργανώσεις, κυρίως του Μεθοδιστικού δόγματος, με την «Ένωση κατά των Σαλούν» (Anti-Saloon League) και την «Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια» να κυριαρχούν στο πολιτικό σκηνικό.
Η εφαρμογή και το «Volstead Act»
Έως το 1919, το 75% των πολιτειών είχε ευθυγραμμιστεί με τη 18η τροποποίηση του Συντάγματος. Στις 16 Ιανουαρίου 1920, με τον νόμο Βόλστιντ (Volstead Act), η Ποτοαπαγόρευση τέθηκε σε πλήρη ισχύ. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική από τις προσδοκίες των υποστηρικτών της.
Η άνοδος του υποκόσμου
Σύντομα η μαύρη αγορά άνθισε. Το έγκλημα κινήθηκε ανοδικά, οι οργανωμένες συμμορίες απέκτησαν πολιτική επιρροή, ενώ η διαφθορά στους κόλπους της αστυνομίας έγινε ανεξέλεγκτη. Ο Αλ Καπόνε αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εποχής, κομπάζοντας ανοιχτά για τη διαφθορά που εξαγόραζε.
Ενώ η κατανάλωση αλκοόλ δεν σταμάτησε, τα λεγόμενα «ποτά-μπόμπες» οδήγησαν σε αύξηση των θανάτων, τυφλώσεων και παραλύσεων, αναγκάζοντας την κοινή γνώμη να στραφεί εναντίον του μέτρου.
Το τέλος της περιόδου
Στις προεδρικές εκλογές του 1932, ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά του την άρση της ποτοαπαγόρευσης. Στις 5 Δεκεμβρίου 1933, με την 21η Τροποποίηση του Συντάγματος, η απαγόρευση έλαβε τέλος για το μεγαλύτερο μέρος των ΗΠΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου