Πλοηγός στον κόσμο του διαδικτύου απο το χτές στο σήμερα.

Οι Αρβανίτες, Οι Τουρκαλβανοί καί οι Τσάμηδες

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ

Τους «Αρβανίτες» αυτούς, Ελληνικής καταγωγής, είχαν φέρει κυρίως στην Αττική, την Εύβοια και την Πελοπόννησο, για να πυκνώσουν κάπως τον πληθυσμό της ρημαγμένης από τις επιδρομές χώρας, ο Μανουήλ Καντακουζηνός το 1350, ο Νέριος Ατζαϊόλης το 1384 και ο Θεόδωρος Παλαιολόγος το 1405.

Μετά την Άλωση της Πόλης, ο Μωάμεθ ο Πορθητής, κατά την επικράτησή του στην Πελοπόννησο (1459 και 1460), έδωσε εντολή να εξολοθρευτούν οι Αρβανίτες αυτοί επειδή ήταν Χριστιανοί. Έτσι, οι Αρβανίτες που ζούσαν στο Ναύπλιο και τον εύφορο αργολικό κάμπο, διέφυγαν προς την Τροιζηνία, τον Γαλατά, την Τροιζήνα, τον Πόρο, τα Μέθανα και τα γύρω χωριά, καθώς επίσης στην Ύδρα, τις Σπέτσες και σε άλλα νησιά του Αιγαίου.

Ένας δεύτερος εποικισμός έγινε το 1540, όταν παραδόθηκαν και οι υπόλοιπες Ενετικές κτήσεις στους Τούρκους, κυρίως της Μονεμβασίας.

Ιστορική Σημείωση: Οι μετανάστες εκείνοι ποτέ δεν ονόμασαν τους εαυτούς τους Αρβανίτες. «Αρβανίτες» τους ονόμασαν οι γηγενείς της Ελλάδας, όπως συνήθως ονομάζουν κάποιον από τον τόπο προέλευσής του (κατά το Σοφικίτες, Βατικιώτες, Υδραίοι, Ποριώτες κ.λπ.).

Μια απόδειξη είναι ότι και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του, όταν αναφέρει τη λέξη «Αρβανίτης», εννοεί αποκλειστικά τον «Τουρκαλβανό».

Σήμερα, οι απόγονοι των Ελλήνων-Αρβανιτών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πριν από 650 χρόνια, έστω κι αν ιδρύουν Αρβανίτικους Συνδέσμους και Συλλόγους, δεν δέχονται ότι έχουν αλβανική εθνική συνείδηση, αλλά τονίζουν ότι είναι Έλληνες. Επισημαίνουν ότι οι μακρινοί πρόγονοί τους ήταν απόγονοι γηγενών αρχαίων Ελλήνων της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου/Ιλλυρίας ή μεταναστών από την Αρκαδία και άλλες περιοχές.

Από αυτούς τους Έλληνες-Αρβανίτες —πολλοί εκ των οποίων χρησιμοποιούσαν την αρβανίτικη διάλεκτο— προήλθε ένας πολύ μεγάλος αριθμός κορυφαίων αγωνιστών του 1821 και πολιτικών του ελεύθερου κράτους:

  • Ανδρέας Μιαούλης (ή Ανδρέας Βώκος): Ναύαρχος της Επανάστασης και μετέπειτα πολιτικός.
  • Αθανάσιος Μιαούλης: Γιος του Ανδρέα Μιαούλη, στρατιωτικός και Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
  • Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: Η θρυλική καπετάνισσα, η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής Εταιρείας.
  • Παύλος Κουντουριώτης: Ναύαρχος, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων και αργότερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
  • Γεώργιος Κουντουριώτης: Πρόεδρος του Εκτελεστικού κατά την Επανάσταση και Πρωθυπουργός.
  • Δημήτριος Βούλγαρης: Πολιτικός και Πρωθυπουργός (γνωστός και ως «Τζουμπές»).
  • Αντώνιος Κριεζής: Ναύαρχος του '21 και μετέπειτα Πρωθυπουργός.
  • Αλέξανδρος Κορυζής: Πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά το έπος του 1940-41.

ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΙ

Ορισμένοι σύγχρονοι Αλβανοί ερευνητές, είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, προσπαθούν να εμφανίσουν τους Αρβανίτες αγωνιστές ως δικούς τους εθνικούς προγόνους, ισχυριζόμενοι ότι οι μισοί ήρωες του 1821 ήταν Αλβανοί. Υποστηρίζουν, για παράδειγμα, ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν Αρβανίτης μουσουλμάνος ή ότι ο Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε επειδή οραματιζόταν ένα κοινό κράτος Ελλήνων και Αλβανών υπό κοινή σημαία με τον Σταυρό και την Ημισέληνο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι οι Έλληνες αγωνιστές είχαν ριζικές και αγεφύρωτες διαφορές με τους Τουρκαρβανίτες (Μουσουλμάνους Αλβανούς). Ο ίδιος ο Γέρος του Μωριά αναφέρει στα απομνημονεύματά του ότι κατά την Άλωση της Τριπολιτσάς εξολόθρευσε χιλιάδες Τούρκους και Αρβανίτες-Αλβανούς που υπερασπίζονταν το οθωμανικό καθεστώς.

Παράλληλα, όταν ο Μάρκος Μπότσαρης απευθυνόταν στους Έλληνες, ξεκαθάριζε την εθνική και θρησκευτική του ταυτότητα, γράφοντας σε επιστολή του: «Η ιερά σημαία του Σταυρού κυματίζει. Ο όφις επατάχθη από τον Σταυρόν. Ελευθερία! Θρησκεία! Ιδού το έμβλημα ημών».

Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί (Τουρκαλβανοί) του Αλή Πασά και των άλλων πασάδων πολέμησαν λυσσαλέα στο πλευρό των Οθωμανών εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης, όπως είχαν κάνει και παλαιότερα στην καταστολή των Ορλωφικών (1770). Ήταν, μάλιστα, από τους πιο σκληρούς διώκτες των επαναστατών. Οι ευκαιριακές πολεμικές συμμαχίες που γίνονταν τότε μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων οπλαρχηγών ήταν καθαρά ζητήματα τακτικής και προσωπικού τυχοδιωκτισμού μέσα στο χάος της εποχής, χωρίς καμία εθνική βάση.

Ιστορικές Συγκρούσεις με τους Τουρκαλβανούς (1805 - 1854)

  • 1805 - 1807: Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση του Κατσαντώνη με τους Τουρκαλβανούς έγινε στην Κρύα Βρύση Ευρυτανίας, όπου ο Δερβέναγας Ιλιάσμπεη υπέστη πανωλεθρία. Αργότερα, ο Κατσαντώνης εξόντωσε το σώμα του Κουτσομουσταφάμπεη στην Κεχρινιά του Βάλτου, ενώ το 1807, στη μάχη του Αλαμανού στα Άγραφα, σκότωσε τον διαβόητο Βέλη Γκέκα.
  • 22 Απριλίου 1821 (Μάχη της Αλαμάνας): Ο Αθανάσιος Διάκος και οι ολιγάριθμοι άνδρες του προσπάθησαν να ανακόψουν τις πολυάριθμες ορδές των Τουρκαλβανών του Ομέρ Βρυώνη και του Κιοσέ Μεχμέτ, πέφτοντας ηρωικά μαχόμενοι.
  • 2 Απριλίου 1822 (Μάχη Υπάτης): Οι οπλαρχηγοί Κοντογιάννης, Πανουργιάς, Σκαλτσάς και Σαφάκας κυρίευσαν την πόλη, στην οποία ήταν οχυρωμένοι 1.500 Τουρκαλβανοί.
  • 4 Ιουλίου 1822 (Μάχη του Πέτα): Ισχυρό σώμα 6.000 Τουρκαλβανών επιτέθηκε και νίκησε τις δυνάμεις των Ελλήνων και των Φιλελλήνων.
  • 1822 (Μάχη στο Ναβαρίκο): 6.000 Τουρκαλβανοί υπό τους Ομέρ Βρυώνη και Άγο Μουχουρδάρη αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες από τους Σουλιώτες του Γεωργίου Δράκου και του Νότη Μπότσαρη.
  • 1823 (Ακροκόρινθος): Οι οχυρωμένοι Τουρκαλβανοί παρέδωσαν το φρούριο στον Θ. Κολοκοτρώνη μετά από συμφωνία, αποχωρώντας με τον οπλισμό τους υπό την επίβλεψη και προστασία του Νικηταρά.
  • 28 Μαΐου 1854: Ο Θεόδωρος Ζιάκας αντιμετώπισε με επιτυχία υπέρτερες δυνάμεις Τουρκαλβανών στο Σπήλαιο Γρεβενών, προκαλώντας τους εκατοντάδες απώλειες.

ΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ

Οι Τσάμηδες εμφανίζονται ιστορικά κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην περιοχή της Θεσπρωτίας (η οποία ονομαζόταν Τσαμουριά, από την παραφθορά του ποταμού Θύαμη/Καλαμά), καθώς και σε τμήματα των νομών Πρεβέζης και Ιωαννίνων. Ήταν στο θρήσκευμα Μουσουλμάνοι και αποτέλεσαν τον βασικό πυρήνα του στρατού και της φρουράς του Αλή Πασά, ο οποίος τους παραχώρησε καλλιεργήσιμες εκτάσεις και προνόμια που είχαν αφαιρεθεί από τους χριστιανούς.

Με την απελευθέρωση της Ηπείρου στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), ένα μέρος του πληθυσμού αυτού κατέφυγε στην Αλβανία. Το 1923, κατά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης για την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι Τσάμηδες (που αριθμούσαν περίπου 17.000 - 22.000) εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή μετά από δική τους παράκληση και ιταλικές πιέσεις, δηλώνοντας προς την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου: «Είμαστε Μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, ομιλούμε την Αλβανική γλώσσα, αλλά αισθανόμαστε Έλληνες και επιθυμούμε να παραμείνουμε στην Ελλάδα».

Η Κατοχή και τα Εγκλήματα Πολέμου

Παρά τις προσπάθειες ένταξής τους από το ελληνικό κράτος, οι Τσάμηδες διατήρησαν μια στάση ανωτερότητας έναντι των χριστιανών. Όταν η φασιστική Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία το 1939, η αλυτρωτική τους δράση κορυφώθηκε. Κατά τη διάρκεια της Γερμανοϊταλικής Κατοχής (1941-1944), οι Τσάμηδες συνεργάστηκαν ανοιχτά με τις δυνάμεις του Άξονα, σχημάτισαν ένοπλα τάγματα (όπως η φασιστική εθνοφυλακή) και διέπραξαν βαριά εγκλήματα πολέμου κατά του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού, καταλύοντας τις ελληνικές αρχές και λεηλατώντας τη Θεσπρωτία.

Ιστορικά Ντοκουμέντα & Η Σφαγή της Παραμυθιάς:
Όπως παρουσιάζεται και στο ιστορικό αφιέρωμα, ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματά τους ήταν η μαζική σφαγή των 49 προκρίτων στην Παραμυθιά τον Σεπτέμβριο του 1943. Οι επικεφαλής των Τσάμηδων (όπως ο Μαζάρ Ντίνο) παρέδωσαν στους Γερμανούς αξιωματικούς των SS μια «λίστα θανάτου» με τα ονόματα των πιο μορφωμένων και επιφανών Ελλήνων πολιτών της περιοχής. Οι συλλήψεις έγιναν από μικτά τμήματα Γερμανών και Τσάμηδων, οι οποίοι μάλιστα ήταν γείτονες των θυμάτων. Συνολικά, μέσα σε δέκα ημέρες εκτελέστηκαν 58 Έλληνες.

Η συνεργασία αυτή επιβεβαιώνεται από γερμανικά αρχεία, όπως η αναφορά του συνταγματάρχη των SS Josef, ο οποίος σημείωνε: «Οι μόνοι που μας υποστηρίζουν εθελοντικά στον αγώνα μας εναντίον των ανταρτών είναι οι Αλβανοί [Τσάμηδες]».

Η Αποχώρηση στην Αλβανία και το Σύγχρονο Ζήτημα

Τον Ιούλιο του 1944, οι αντάρτικες δυνάμεις του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα αντεπιτέθηκαν και απελευθέρωσαν την Παραμυθιά. Βλέποντας την ήττα των προστατών τους (Γερμανών) και φοβούμενοι την επικείμενη τιμωρία από τα Έκτακτα Στρατοδικεία Εγκλημάτων Πολέμου που συγκροτήθηκαν, οι Τσάμηδες εγκατέλειψαν μαζικά και αυτοβούλως την Ήπειρο, καταφεύγοντας στην Αλβανία.

Το 1953, το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα τους χορήγησε μαζικά την αλβανική υπηκοότητα για να κλείσει το θέμα. Ωστόσο, μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία, το «Τσάμικο Ζήτημα» αφυπνίστηκε εκ νέου από εθνικιστικούς κύκλους με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων και περιουσιών, παραποιώντας τα ιστορικά γεγονότα της συνεργασίας τους με τον Άξονα.


Ιστορικό οπτικό υλικό και μαρτυρίες για τη δράση των Τσάμηδων στην Κατοχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Διαφημίσεις