Το Τέλος του Τσε Γκεβάρα: Μια Ιστορική Μαρτυρία
Απόσπασμα από το βιβλίο του Richard Gott, "Rural guerillas in Latin America" (1970)
8 Οκτωβρίου 1967: Οι πρώτες πληροφορίες
Εκείνη την Κυριακή ο καιρός ήταν ζεστός, και στις οκτώμισι το βράδυ περιφερόμαστε με έναν άγγλο φίλο στην κεντρική πλατεία της Σάντα Κρουζ στην ανατολική Βολιβία, όταν κάποιος μας έγνεψε από το τραπεζάκι ενός καφενείου.
«Έχω νέα για σας», μας είπε. «Ο Τσε;», ρωτήσαμε, γιατί το ενδεχόμενο να συλληφθεί ο Τσε στριφογύριζε στο μυαλό μας από μία εβδομάδα. Πριν από λίγες ημέρες βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Βαγεγκράντε και είχαμε ακούσει το συνταγματάρχη Χοακίν Σεντένο Ανάγια, διοικητή της όγδοης μεραρχίας, να εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα στρατεύματά του θα βάλουν τον Τσε στο χέρι πριν από το τέλος της εβδομάδας.
Η άφιξη στη Βαγεγκράντε
Στις 4 το πρωί της Δευτέρας 9 Οκτωβρίου πήραμε το δρόμο για τη Βαγεγκράντε. Φθάσαμε πεντέμισι ώρες αργότερα και κατευθυνθήκαμε αμέσως στο αεροδρόμιο. Ο μισός πληθυσμός της μικρής πόλης έμοιαζε να περιμένει εκεί, οι μαθητές ντυμένοι στα άσπρα και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι ανυπόμονοι να εξασφαλίσουν φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών.
Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι επέστρεψε το ελικόπτερο με το συνταγματάρχη θριαμβευτή, ανίκανο να κρύψει το πλατύ του χαμόγελο. Ο Τσε πέθανε, ανακοίνωσε.
Η θέα της σορού
Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, η σέβρολετ έκανε μια απότομη στροφή και μπήκε στον περίβολο ενός νοσοκομείου. Κατεβήκαμε από το τζιπ και τρέξαμε στην πίσω πόρτα του βαν. Μέσα στο βαν, πάνω σε φορείο, βρισκόταν η σορός του Τσε Γκεβάρα.
«Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι ήταν αυτός. Τον είχα δει μία και μοναδική φορά πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια στην Αβάνα και δεν ήταν από τις μορφές που ξεχνάς εύκολα... Όταν έβγαλαν έξω το πτώμα και το ακούμπησαν σε ένα πρόχειρο τραπέζι... ήμουν πια βέβαιος ότι ο Γκεβάρα ήταν νεκρός.»
Η Τελευταία Ανάκριση
(Από το βιβλίο του Jon Lee Anderson "Che Guevara. A revolutionary life")
Στις 7.30', ο Σέλιχ επικοινώνησε στον ασύρματο με τη Βαγεγκράντε για να ρωτήσει τι να κάνει με τον Τσε και πήρε την απάντηση να τον κρατήσει μέχρι νεωτέρας. Στη συνέχεια, μαζί με τον Πράντο και τον Αγιορόα, πήγαν στο σχολείο για να μιλήσουν με τον Τσε.
Σέλιχ: «Κομαντάντε, σε βλέπω κάπως πεσμένο. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί έχω αυτή την εντύπωση;»
Τσε: «Απέτυχα. Όλα τέλειωσαν, κι αυτός είναι ο λόγος που με βλέπεις σ' αυτή την κατάσταση.»
Όταν τον ρώτησαν αν είναι Κουβανός ή Αργεντινός, η απάντησή του έμεινε στην ιστορία:
«Είμαι Κουβανός, Αργεντινός, Βολιβιανός, Περουβιανός, Εκουαδοριανός κ.ο. κ. Με αντιλαμβάνεσαι.»
Για το λόγο που επέλεξε να δράσει στη Βολιβία, ο Τσε μίλησε για τη φτώχεια: «Μα δεν βλέπετε τις συνθήκες ζωή των χωρικών; Ζουν σχεδόν σαν άγριοι, σε συνθήκες φτώχειας που ραγίζουν την καρδιά... Ο Βολιβιανός ζει δίχως ελπίδα. Όπως γεννιέται, έτσι πεθαίνει, χωρίς ποτέ να δει την κατάστασή του να βελτιώνεται στο παραμικρό.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου