Το Διαχρονικό Σύνδρομο της Εξάρτησης και το Αμείλικτο Δίλημμα της Κάλπης
Από την ίδρυσή του το 1827, το νεοελληνικό κράτος διατηρεί σταθερές σχέσεις εξάρτησης —και, σε ορισμένες περιόδους, εμφανούς υποτέλειας— με τις ξένες δυνάμεις. Άλλωστε, στα πρώτα του βήματα, ακόμα και τα πολιτικά κόμματα είχαν πλήρη αντιστοιχία με τους ξένους υποστηρικτές τους (το Αγγλικό, το Γαλλικό, το Ρωσικό κλπ).
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα πέρασε στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, η οποία διατηρήθηκε ισχυρή μέχρι και την πτώση της δικτατορίας το 1974. Από εκείνο το ορόσημο και μετά, η σχέση αυτή άρχισε σταδιακά να μεταβάλλεται, μολονότι ίσχυε πάντα η εμβληματική καραμανλική ρήση «ανήκομεν εις την Δύσιν».
Η Μεταπολίτευση και η Μετάβαση στις Βρυξέλλες
Η αμερικανική επιρροή υπήρχε και προφανώς συνεχίζει να υπάρχει, ωστόσο αντισταθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την ευρωπαϊκή, ιδιαίτερα μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και, πολύ περισσότερο, στην Ευρωζώνη το 2001. Στα χρόνια της λεγόμενης Μεταπολίτευσης, λοιπόν, η χώρα απολάμβανε τη μικρότερη από ποτέ πολιτική εξάρτηση, καθώς κατάφερνε να ελίσσεται και να ισορροπεί μεταξύ της υπερατλαντικής υπερδύναμης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πράγματα όμως αλλάζουν άρδην όταν περνάμε στο πεδίο της οικονομίας.
Στις τρεις τελευταίες δεκαετίες, οι οικονομικές τύχες της Ελλάδας είναι σχεδόν απολύτως συνδεδεμένες με τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και το Παρίσι. Ίσως ο αναγνώστης διερωτηθεί προς τι η υπενθύμιση αυτών των αυτονόητων δεδομένων.
Η εξήγηση είναι απλή: επειδή σήμερα γίνεται όλο και πιο συχνά λόγος για μείωση —ή κατ' άλλους πλήρη παράδοση— της εθνικής κυριαρχίας, πρέπει να καταστεί σαφές ότι ένας τέτοιος περιορισμός ισχύει εδώ και δεκαετίες, από τη στιγμή που η χώρα συνυπογράφει και υπακούει στους κοινούς ευρωπαϊκούς κανόνες.
Το Τέλος του Ανεξέλεγκτου Δανεισμού
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν αυτή η μείωση μπορεί να εξελιχθεί σε ολική παράδοση της κυριαρχίας μας, με ποιους όρους θα συμβεί κάτι τέτοιο και ποιος θα τη διαχειριστεί πολιτικά. Μέχρι και πριν από δύο χρόνια, οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχειρίζονταν κατά το δοκούν (δηλαδή εντελώς ανεξέλεγκτα) τα δημόσια οικονομικά, τα οποία στηρίζονταν τυφλά σε δανεικό χρήμα.
Έκτοτε, αφού διαπιστώθηκε επίσημα ότι η χώρα έχει φτάσει σε ένα οριακό, προ-πτωχευτικό στάδιο, άρχισαν να επιβάλλονται οι πρώτοι σκληροί περιορισμοί. Έχει κανείς την αυταπάτη ότι τώρα, που οι δανειστές αποφάσισαν να προχωρήσουν στο «κούρεμα» του ανεξέλεγκτου χρέους, η χώρα δεν θα μπει σε μια ακόμη αυστηρότερη και στενή επιτήρηση;
Έτσι, όσοι ξαφνικά εμφάνισαν μια όψιμη «ευαισθησία» στο θέμα της κυριαρχίας (από υπουργούς και βουλευτές μέχρι συνδικαλιστές, τραπεζίτες και φωνασκούντες στα τηλεοπτικά παράθυρα) εσκεμμένα ξεχνούν μια βασική αλήθεια: μια χώρα που τρέχει συνεχώς με απλωμένο το χέρι για δανεικά, δεν μπορεί να είναι πραγματικά κυρίαρχη.
Αυτή τη στιγμή, και για αρκετά χρόνια ακόμη, η Ελλάδα —δηλαδή οι μισθοί, οι συντάξεις, η Υγεία, η Παιδεία και οι επιχειρήσεις της— εξαρτάται αποκλειστικά από τις ενέσεις ρευστότητας των ξένων. Αν θέλουμε να είμαστε απόλυτα «κυρίαρχοι», η λύση είναι μία: να τα αρνηθούμε και να ζήσουμε αυστηρά με όσα παράγουμε.
Το Αμείλικτο Δίλημμα της Κάλπης
Μπορούμε, επίσης, για να διεκδικήσουμε ακόμη μεγαλύτερη «κυριαρχία», να επιστρέψουμε στο δικό μας εθνικό νόμισμα, τη δραχμή. Αρκεί, βέβαια, να γνωρίζουμε με ειλικρίνεια τι σημαίνει μια τέτοια επιλογή για το δικό μας σήμερα και, κυρίως, για το αύριο των παιδιών μας. Εδώ που φτάσαμε δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, ούτε χώρος για ανέξοδους λαϊκισμούς.
Το δίλημμα πλέον είναι σαφές και αμείλικτο:
Θα ζήσουμε με δανεικά ευρώ και εξάρτηση ή δραχμοβίωτοι και «ελεύθεροι»;
Εννοείται ότι μια τόσο καθοριστική απόφαση για το μέλλον του τόπου δεν μπορεί να την πάρει μόνη της καμία κυβέρνηση —και δεν θα την πάρει. Η ευθύνη πέφτει στους ίδιους τους ψηφοφόρους. Μόνο που, ειδικά αυτή τη φορά, δεν θα υπάρχει κανένα ελαφρυντικό ή άλλοθι για κανέναν. Μετά την απομάκρυνση από την κάλπη, κανένα λάθος δεν θα αναγνωριστεί. Και κάθε λάθος, πλέον, ισοδυναμεί με βαρύ έγκλημα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου